(της Νεφέλης Λυγερού)
Μια ξεχωριστή έκθεση με τίτλο «Έλληνες ζωγράφοι της Κωνσταντινούπολης» άνοιξε τις πύλες της τη Δευτέρα 23 Μαΐου στο Μουσείο του Ανακτόρου Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Πλήθος κόσμου έσπευσε να την επισκεφθεί, μεταξύ αυτών και ο υφυπουργός Πολιτισμού Γιώργος Νικητιάδης, ο Τούρκος ομόλογός του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο νομάρχης της Κωνσταντινούπολης, δημοσιογράφοι και διπλωμάτες. Η έκθεση, που έχει αρθρωθεί σε θεματική και χρονολογική βάση, στηρίζεται στο βιβλίο της Μάιντα Σαρίς και περιλαμβάνει πάνω από εκατό πορτρέτα σουλτάνων και υψηλόβαθμων Οθωμανών αξιωματούχων, προσωπογραφίες ιεραρχών από τη συλλογή της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, εικόνες από εκκλησίες, απόψεις της Πόλης και νεκρές φύσεις.
Το βιβλίο –ομότιτλο της έκθεσης– ήταν το αποτέλεσμα έρευνας που διήρκησε πέντε ολόκληρα χρόνια. Η Σαρίς, διευθύντρια της αρμενικής εφημερίδας Agos στην Τουρκία, παραδέχεται ότι η ιδέα προέκυψε τυχαία: «Μελετούσα τους Αρμένιους ζωγράφους της Πόλης. Τότε συνειδητοποίησα ότι υπήρχε σύγχυση μεταξύ Αρμένιων και Ελλήνων ζωγράφων στις περισσότερες επίσημες πηγές. Αυτό αποτέλεσε το κίνητρό μου για να στρέψω το ενδιαφέρον μου στους Έλληνες».
Η Σαρίς ανακάλυψε ότι οι περισσότεροι Έλληνες καλλιτέχνες, οι οποίοι είχαν γεννηθεί στην Πόλη ή είχαν εργαστεί εκεί κατά τη διάρκεια του 19ου και στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, είχαν ξεριζωθεί βίαια. Στο πλαίσιο της έρευνάς της έβαλε μέχρι και αγγελία στην εφημερίδα ώστε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για κάποιους απ’ αυτούς. Η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή! Πολλοί από τους απογόνους τους επικοινώνησαν μαζί της και μοιράστηκαν τις οικογενειακές και πολύ συχνά τραγικές ιστο ρίες τους. «Μοιράστηκα κάποιες πολύ έντονα συναισθηματικές στιγμές μαζί τους».
Πολιτισμική κληρονομιά
Το βιβλίο εκδόθηκε τελικά στα τουρκικά και στα αγγλικά. Η ίδια η συγγραφέας του σχολιάζει: «Ίσως αυτό είναι η ζωντανή απόδειξη πως περνάμε σε μια φάση που ο έντονος φόβος υποχωρεί και η χώρα και οι κάτοικοί της επιθυμούν να ανακαλύψουν το παρελθόν της Πόλης». Η Σαρίς γνωρίζει πολύ καλά ότι η πολιτισμική κληρονομιά της Κωνσταντινούπολης και ολόκληρης της Τουρκίας είναι, χωρίς αμφιβολία, μια σύνθεση πολλών και διαφορετικών πολιτισμών που συνυπήρχαν για πολλούς αιώνες. Κάποιοι απ’ αυτούς, με χαρακτηριστικότερο δείγμα τον ελληνικό, έχουν αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες λόγω των πολιτικών διωγμών. Στη σημερινή εποχή, τα πράγματα έχουν βελτιωθεί κάπως, με αποτέλεσμα να βγαίνει στην επιφάνεια η ελληνική πολιτική, κοινωνική, οικονομική και καλλιτεχνική συμβολή, η οποία ήταν επί πολλές δεκαετίες χαμένη στη λήθη.
Πράγματι, το βιβλίο και η έκθεση φέρνουν στο φως πρωτότυπα έργα Ελλήνων ζωγράφων με ουσιαστική συμβολή στα εικαστικά δρώμενα της Πόλης. Μέχρι τώρα, όμως, ελάχιστα πράγματα μπορούσε κανείς να βρει στις επίσημες πηγές για τον...
Αρμενόπουλο, τον Ανδρεάδη, τον Αντωνιάδη, τον Οικονομίδη, τον Ξανθόπουλο, τον Μιχελιδάκη και πολλούς άλλους από τους καλλιτέχνες που συναντά κανείς στην έκθεση. Η Σαρίς σχολιάζει ότι η δημιουργία αυτού του βιβλίου αποτελεί ηθική υποχρέωση για όλους εκείνους, επειδή «ήταν και παραμένουν παιδιά αυτής της γης».

Το κοινό στοιχείο της έκθεσης είναι η Πόλη, σύμφωνα με τη συγγραφέα και καλλιτεχνική σύμβουλο της έκθεσης. «Οι καλλιτέχνες αυτοί διασκορπίστηκαν σε όλο τον κόσμο και απέκτησαν πολύ διαφορετικό στιλ και τεχνοτροπία. Κοινός παρονομαστής, όμως, είναι η Κωνσταντινούπολη». Σύμφωνα με την ίδια, το πνεύμα της Πόλης είναι αναγνωρίσιμο στους πίνακες «ακόμη και στη δουλειά ενός καλλιτέχνη, ο οποίος πήγε στην πιο μακρινή χώρα. Είναι φανερή η αύρα που παραπέμπει στην Κωνσταντινούπολη». Η Σαρίς σημειώνει ότι η επιρροή της Πόλης είναι τόσο εμφανής, που την παρατηρεί και σε άτομα τα οποία την είχαν εγκαταλείψει για δεκαετίες. Μπορεί κανείς να διακρίνει τη νοσταλγία του ζωγράφου για την Πόλη που άφησε πίσω του.
Ελληνικό χρώμα στο Τοπ Καπί
Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που το Τοπ Καπί, το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Πόλης, φιλοξενεί μια έκθεση με ελληνικό χρώμα. Το ανάκτορο είναι χτισμένο στο λόφο που δεσπόζει στο Βόσπορο. Ήταν ακρόπολη του αρχαίου Βυζαντίου και από την Άλωση μέχρι το 1853 λειτούργησε ως επίσημη κατοικία των Οθωμανών σουλτάνων. Από τις 3 Απριλίου 1924 λειτουργεί ως μουσείο.
Η Σαρίς εκφράζει την ευγνωμοσύνη της στον Έλληνα πρόξενο Βασίλη Μπορνόβα για την καθοριστική συμβολή του στην οργάνωση της έκθεσης. «Είναι ένας πραγματικός κύριος, που δίνει μεγάλη σημασία στον πολιτισμό. Χαρακτηριστικό δείγμα της ποιότητας και της αποτελεσματικότητάς του είναι ότι κατάφερε, με δική του προσπάθεια, να μετατρέψει μια απροσπέλαστη προξενική κατοικία σε σπουδαίο πολιτιστικό κέντρο. Πριν απ’ αυτόν κανείς δεν μπορούσε να μπει μέσα στο κτίριο και να απολαύσει την ομορφιά του. Τώρα, στο μέγαρο φιλοξενούνται ποικίλες πολιτισμικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες».
Η συμβολή του κ. Μπορνόβα υπήρξε καταλυτική, καθώς βρήκε χορηγούς και για την έκδοση του βιβλίου και για την οργάνωση της έκθεσης. Επίσης, συνέβαλε ουσιαστικά ώστε αυτή να πραγματοποιηθεί στο Τοπ Καπί. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 30 Ιουνίου και διοργανώνεται από τη διοίκηση του μουσείου και το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη. Είναι ενδεικτικό πως τελεί υπό την αιγίδα του υπουργού Πολιτισμού της Τουρκίας Ερτουγρούλ Γκιουνάι και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 2/6/11)
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top