(Άρθρο του Τάκη Μαχαίρα, Πολιτικού Επιστήμονα)
Δεκαετίες τώρα, ο ιδεολογικά κυρίαρχος στη χώρα μας αριστερόστροφος λαϊκισμός, έχει επιβάλει στην Ελληνική κοινωνία τη δική του απλουστευτική και ισοπεδωτική οπτική θέασης των πραγμάτων και θεώρησης του κόσμου. Στηριγμένος σε ένα μείγμα ανορθόλογων προπαραδοχών, δογματικών προκατασκευών και ανέδραστων στην πραγματικότητα ιδεοληπτικών εμμονών, έχει κατορθώσει να ηγεμονεύει αξιακά και να επικρατεί πολιτικά, παρά τις γοερές διαψεύσεις των «διαβεβαιώσεών» του και τις παταγώδεις αποτυχίες των κατά καιρούς εφαρμοζόμενων «συνταγών» του.
Με όπλα του την ανεδαφική ρητορική, την «εύπεπτη» συνθηματολογία και τη διατύπωση «ευλογοφανών» - πλην έωλων και αυθαίρετων – ισχυρισμών, που δεν αντέχουν στη βάσανο της κριτικής ανάλυσης και της λογικής επεξεργασίας, ο αριστερόστροφος λαϊκισμός, χρόνια τώρα, κρατά την πατρίδα μας αιχμάλωτη των «ιδεολογικών παραισθησιογόνων» που ακατάπαυστα «παράγει» και με υποδειγματική συστηματικότητα καλλιεργεί και αναπαράγει. Υιοθετώντας ιδέες που κινούνται μεταξύ δογματικής αφέλειας και λογικής ακροβασίας και διατυπώνοντας προτάσεις πολιτικής με βασικό συστατικό τους γνώρισμα το «χάϊδεμα των αυτιών» του εκλογικού ακροατηρίου και την παντί σθένει αποφυγή της εναντιοδρόμησης προς τις προκαταλήψεις του, ο αριστερόστροφος λαϊκισμός έχει συμβάλει καθοριστικά στην εμπέδωση στην Ελληνική κοινωνία αντιλήψεων με έντονο το στοιχείο μιας ιδιότυπης κοινωνικοπολιτικής «μεταφυσικής».
Μια τέτοια αντίληψη, με μεγάλη ελκτική δύναμη και ευρύτατη απήχηση στην Ελληνική κοινωνία, είναι αυτή που ο Αμερικανός καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Φιλοσοφίας James L. Payne, περιγράφει εύστοχα ως «χαριστική παραίσθηση». Η πίστη, δηλαδή, ότι ο πλούτος μιας χώρας είναι κατά κάποιο τρόπο καθορισμένος, δεδομένος. Ότι της έχει, περίπου, παραχωρηθεί με κάποιου τύπου «φυσικές διεργασίες». Και ότι, ως εκ τούτου, το κυρίαρχο ζητούμενο για την κοινωνία δεν είναι τόσο η προσπάθεια για τη δημιουργία πλούτου, όσο η μέριμνα για την ανακατανομή του.
Είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη της «χαριστικής παραίσθησης» από την οποία προκύπτουν, και «νοηματοδοτούνται», ορισμένες από τις πιο σημαντικές θέσεις της ρητορικής, αλλά και της εφαρμοσμένης πολιτικής, του αριστερόστροφου λαϊκισμού στη χώρα μας. Σ’ αυτήν εδράζεται λ.χ. η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι η βασική λειτουργία του κράτους δεν είναι παρά η αναδιανομή του «δεδομένου» πλούτου, που αποτέλεσε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας, του υπερτροφικού και αδηφάγου δημόσιου τομέα. Από αυτήν απέρρευσε η άποψη ότι η εργασία δεν είναι παρά απλώς μια ευκαιρία για την απόκτηση εισοδήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η καταλληλότητα ή η επάρκεια του προσλαμβανομένου για τη θέση που καλείται να καλύψει, που λειτούργησε ως το άλλοθι για να κατακλυστεί το δημόσιο με στρατιές υπαλλήλων που πληρώνονται χωρίς να παράγουν. Από αυτήν πήγασε η «βεβαιότητα» ότι η χώρα θα μπορούσε να καταναλώνει συνεχώς πάνω από τις παραγωγικές της δυνατότητες, προσφεύγοντας στο διηνεκές στον αλόγιστο δανεισμό, που υπήρξε η «δικαιολογητική βάση» της σημερινής υπερχρέωσής της. Από αυτήν, τέλος, πλην όχι εξαντλητικώς, τροφοδοτήθηκαν θέσεις (και πολιτικές) που αντιμετώπιζαν την επιχειρηματικότητα ως συνώνυμο της κακοποιού δραστηριότητας, το κέρδος ως αρπαγή και την οικονομία της αγοράς ως ψευδώνυμο της «εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο», που αποτέλεσαν το υπόστρωμα για τη δημιουργία μιας οικονομίας «σβησμένων καμινάδων» και μηδενικής διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Η βαθιά και πολυεπίπεδη οικονομική κρίση, στην οποία έχει βυθιστεί σήμερα η πατρίδα μας, με άδηλη τη διάρκειά της και δυσπροσδιόριστες τις επιπτώσεις της στην Ελληνική κοινωνία, σηματοδοτεί κατά τρόπο τραγικό το θρίαμβο και ταυτόχρονα το τέλος αυτής της «χαριστικής παραίσθησης», που αποτέλεσε το θεμέλιο της επί δεκαετίες κυριαρχίας του αριστερόστροφου λαϊκισμού στην Ελλάδα. Το θρίαμβο, γιατί παρά το γεγονός ότι ενώ επί πολύ καιρό τώρα ήταν πλέον ξεκάθαρο - για όσους ήθελαν να δουν - ότι αυτή η «χαριστική παραίσθηση» οδηγούσε τον τόπο στην καταστροφή, εν τούτοις η «κρυφή γοητεία» που ασκούσε σε εύρυτατα στρώματα της κοινωνίας μας όχι μόνο δεν έδειχνε να υποχωρεί, αλλά αντιθέτως έμοιαζε και να αυξάνεται. Και το τέλος, γιατί πλέον εδώ που έφτασαν τα πράγματα, αν η Ελληνική κοινωνία δεν τελειώσει με την «χαριστική παραίσθηση», η «χαριστική παραίσθηση» θα τελειώσει την Ελληνική κοινωνία.




 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top