(Του Γιώργου Σκαμπαρδώνη στην ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ)
Μπόγια, μπόγια, πιάσε τα λαμόγια. Κι αφού τα τσουβαλιάσεις και δούμε ότι όντως κάτι προσπαθείς να κάνεις, τότε θα αρχίσω να σκέφτομαι, με τη δέουσα δυσπιστία πάντα, αν θα δεχτώ να σφαχτώ, πασά μ’, για να αγιάσω.
Γιατί πολλές φορές σφάχτηκα και άγιασμα δεν είδα, μόνο να τα κονομάνε κάτι σαύρες της πολιτικής και των λοιπών υψηλών λειτουργημάτων, που κάθε τόσο, όπως τώρα πάλι, ξανά, έρχονται και μου ζητούνε να παραστήσω πάλι την Ιφιγένεια και τον δωρητή οργάνων στον Μινώταυρο.
Οι τράπεζες και οι πακετωμένοι βγάλανε ήδη όλο το χρήμα έξω. Τα λαμόγια έχουνε κάνει τα κουμάντα τους. Και ποιος μένει, πάλι, να πληρώσει τη νύφη; Εγώ, ο Ελληνάκος, που εδώ και δεκαετίες οπισθοχωρώ ραπιζόμενος και γαβγίζοντας, χωρίς να μπορώ να δαγκάσω. Μου λένε ότι εγώ φταίω για όλα. Ότι πρέπει να πληρώσω γιατί αναπνέω. Ότι δεν δικαιούμαι να ζω ως άνθρωπος, αλλά ως καλοκαιρινό σκατό, που τώρα γίνεται χειμωνιάτικος μεζές. Απάνω μου όλοι! Δαγκάστε με! Ρουφήξτε μου το αίμα με καλαμάκι -τι καλαμάκι, με μπουρί! Γδάρτε με. Εγώ φταίω για όλα και χρωστάω κι ένα καλσόν της Μυλωνούς.
Και βέβαια φταίω. Αφού ψηφίζω αυτούς τους μαμούχαλους, τον έναν επειδή τον λένε έτσι, τον άλλον γιατί τον λένε αλλιώς, τον επόμενο γιατί είναι μέσα στα κόζα των ΜΜΕ και βγαίνει μούρη, τον έτερο γιατί είναι καλός γλείφτης του αρχηγού. Οπότε, όλο αυτό το πράμα, όταν καβαλήσει το άλογο, και τους λίγους άξιους και καλούς που περιέχει τους ακυρώνει, τους απογοητεύει, τους παροπλίζει και αρχίζει το λουρί της μάνας απ’ την αρχή. Βγαίνουνε μπροστά οι υποταχτικοί, οι σιελόρροιες, οι ευνοούμενοι, οι ρουφήχτρες, χαμηλώνουνε το παιχνίδι στο επίπεδο του μυαλού τους, κι αρχίζει το γλέντι. Από κοντά και οι καθηγηταράδες με τα νούμερα, ερήμην των πραγματικών ανθρώπων, οι στρεβλωτές, οι λογιστές που αγνοούν τα βασικά της καθημερινής προπαίδειας και πάει ο θίασος, μας πάει, σαν τους Γενναίους του Μπρανκαλεόνε, ντουγρού στη χαράδρα, εν πλήρει ευθυμία.
Και μετά, πάλι, δώστε. Δώστε. Δώσαμε, ρε παιδιά, δώσαμε. Ξαναδώστε. Δεν έχει τέλος αυτή η θητεία. Διότι ο Ελληνάκος γιατί έγινε; Για να ψηφίζει τους διάφορους έγινε και να τον σώζουνε διαρκώς βάζοντάς τον να δίνει.
Ρε δώσαμε, δώσαμε, δώσαμε. Δεν έχει σημασία. Ο Μινώταυρος ζητάει ενιαύσια θύματα και τώρα και τον δέκατο τέταρτο μισθό. Μετά θα μας ζητήσει και το βρακί. Κι ύστερα βλέπουμε. Πάντα υπάρχει κάτι να δώσεις, για να σωθεί το έθνος. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, αλλά το δώσε μένει.
Και, άντε, πες πως δίνουμε πάλι. Ποιος μας εγγυάται ότι πάλι και τον 14ο δεν θα τον φάει το φεγγάρι; Εφόσον όλοι ξέρουμε πως το μόνο σταθερό καθεστώς εδώ είναι ο λαμογισμός; Ήτανε, τουλάχιστον. Για να αλλάξουμε άποψη χρειάζεται καιρός. Να μας πείσουνε. Μας πείθουν; Χλωμό το βλέπω.



 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top