Είναι η πρώτη φορά που μια χώρα, πάνω από μισή δεκαετία, δείχνει να έχει χάσει κάθε ικανότητα να εσωτερικεύει και να αφομοιώνει κάθε είδος εμπειρίας που θα τροποποιούσε με μικρά, έστω, σταθερά και θετικά βήματα τη ροή των πραγμάτων. Χαμένοι σε μια πολύ πονεμένη ιστορία που έχει τη δική της ένταση και το δικό της βάθος, μετρώντας από το 2007-2008 στις ΗΠΑ και αμέσως μετά στην Ευρώπη, το τοπίο στην ίδια την Ευρώπη και την Ελλάδα έχει αλλάξει ριζικά.

Ανεξάρτητα από τις επιλογές του παρόντος, οι συνέπειες της κρίσης απλώνουν ένα βαρύ σύννεφο για το μέλλον και –το χειρότερο– εμποδίζουν κάθε προσπάθεια να διαγνωστούν οι κοινωνικοπολιτικές παθογένειες, να εντοπιστεί το σωστό «φάρμακο», να μπει ένα τέλος στις πολιτικές που ανακυκλώνουν την ύφεση, την ανασφάλεια, που οδηγούν στην παρακμή. Αλλά σε ποιες πολιτικές;

Το 2016 (σίγουρα θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και το 2015 με το ελληνικό δημοψήφισμα) χαρακτηρίστηκε έτος της «επανάστασης των ψηφοφόρων», ένα είδος οργίλης και ισοπεδωτικής αντίδρασης εναντίον όλων των mainstream πολιτικών ελίτ που δεν είχαν την τόλμη να πουν αλήθειες και να διαχειριστούν την κρίση.

Ετσι, οι Βρετανοί επέλεξαν τα «ταξίματα της αυτοκρατορίας» και το Brexit που οδηγεί την Αγγλία σε αποχώρηση από την Ε.Ε. με καθαρά αντιευρωπαϊκό και αντιμεταναστευτικό περιεχόμενο. Οι Αμερικανοί επέλεξαν τον απρόβλεπτο Τραμπ που έταξε στην αμερικανική υπο-τάξη και στα συντηρητικά μεσοστρώματα το «πρώτα η Αμερική».

Το ζήτημα είναι ότι οι «σωτήρες» της Αγγλίας, όπως και οι δισεκατομμυριούχοι και πολυεκατομμυριούχοι σωτήρες της Αμερικής –όπως αύριο οι σωτήρες της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας κ.λπ.– δεν έχουν κάποιο σχέδιο. Προβάλλουν αιτήματα «πρωτείων», «ανωτερότητας» και «αναφαίρετα δικαιώματα αυτοεξαίρεσης», καλλιεργούν απομονωτισμούς, ρατσισμούς, μισαλλοδοξίες, αναβιώνουν εθνικισμούς και ρεβανσισμούς.

Αρνούμενοι την παραμικρή ευθύνη για την όποια κακοδαιμονία, για το όποιο ανεπιθύμητο κακό, προσχωρούν σε ένα ατέρμονο παγκόσμιο blame game, σε ένα αλισβερίσι μετάθεσης ευθυνών, εκτοξεύουν κατηγορίες, δείχνουν εχθρούς, ενόχους, κατασκευάζουν εσωτερικές απειλές και έχθρες μεταξύ των λαών.

Η Ελλάδα ακόμα και σε αυτό το πλαίσιο δείχνει την υστέρησή της. Σίγουρα είναι μεθυστικός ο χορός των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων του Αρτέμη Σώρρα που θα βγάλουν τους Ελληνες από το χρέος και το τέλμα.

Δεν έχει καμία σημασία που τα δισεκατομμύρια είναι αόρατα, ούτε φαίνεται να ενοχλεί μερικούς που η ηγεσία της Χρυσής Αυγής χαιρετά φασιστικά. Η «σωτηριολογία» πάντοτε σαγήνευε και αποκοίμιζε πλήθη και συνειδήσεις. Το ζήσαμε. Πάντα καλλιεργούσε την αίσθηση ότι τα χειρότερα έχουν περάσει –ενώ δεν έχει περάσει τίποτα.

Αλλά και ποιος θα μπορούσε να ζητήσει από τους Ελληνες ή και τους Ευρωπαίους, ίσως και από τους Αμερικανούς, να είναι αισιόδοξοι;

Το δίχως άλλο, κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να σκέφτεται και να οραματίζεται πώς θα ξαναφτιάξει τον κόσμο. Ομως, για τις παρούσες γενιές αυτή η αποστολή ίσως να είναι δυσκολότερη γιατί θα πρέπει να δουν και να παρακάμψουν, εκτός από τις αρνήσεις, όλα εκείνα τα μαγικά ταξίματα που στερούν από τον βίο –και τον πολιτικό βίο– την αξιοπρέπεια που του αρμόζει.

Οι δύσκολοι καιροί –αξίζει να το θυμόμαστε αυτό– δεν είναι θλιβερό προνόμιο του παρόντος. Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο είχε αρκετά πραγματικά και ηθικά διλήμματα, καθώς ένιωθε να βγαίνει από την Ιστορία. Και τότε, αυτός ο κίνδυνος δεν ήταν υπόθεση εργασίας, σενάριο ή αόριστη απειλή.

Ηταν βεβαιότητα –όπως είναι και τώρα αρκετά πράγματα που προοικονομούν δεινά που αρνούμαστε να δούμε. Ηταν ορίζοντας που φαινόταν μοιραίος και αξεπέραστος. Απλώς, τότε η Ευρώπη και οι πολιτικές ηγεσίες έκαναν αμοιβαίες υποχωρήσεις, φρόντισαν να περιορίσουν τα μαγικά κόλπα κάποιων και τις «σωτηριολογίες» αρκετών άλλων.

Θυμηθείτε τι έλεγε ο Καμί στην απονομή του Νόμπελ, ακριβώς εξήντα χρόνια πίσω: «…Σ’ έναν κόσμο που απειλείται με διάλυση, όπου υπάρχει ο κίνδυνος ο μεγάλοι μας ιεροεξεταστές να εγκαταστήσουν για πάντα το βασίλειο του θανάτου, η γενιά μας γνωρίζει πως πρέπει, μετά από μια ξέφρενη κούρσα ενάντια στον χρόνο, να παγιώσει ανάμεσα στα έθνη μια ειρήνη που να μην ταυτίζεται με τη δουλεία, να συμφιλιώσει πάλι την εργασία και την πνευματική καλλιέργεια και να ξαναφτιάξει μ’ όλους τους ανθρώπους ένα ενιαίο τόξο».

Γιατί τα έλεγε αυτά που, ενώ διαβάζονται τόσο απλά, είναι τόσο δύσκολο να γίνουν πράξη; Γιατί είχε βιώσει στο πετσί του –μαζί με τα εκατομμύρια των Ευρωπαίων– την καταστροφή, τον φασισμό, τον πόλεμο∙ τα έλεγε γιατί είχε γράψει την «Πανούκλα».

Και ήξερε πολύ καλά –όπως και ο ήρωάς του, ο γιατρός Ρίε– αυτό που αγνοούσε το σαγηνεμένο πλήθος:


… ότι, δηλαδή, ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται∙ ότι μπορεί να κοιμάται δεκάδες χρόνια στα έπιπλα και στα ρούχα, να καιροφυλακτεί υπομονετικά στα δωμάτια και στα υπόγεια και ότι, ίσως, θα ερχόταν μια μέρα που, προς γνώση και συμμόρφωση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να πεθάνουν σε μια ευτυχισμένη πολιτεία

Ο,τι γίνεται σήμερα: κεφάλαια σταθεροποίησης και συναντήσεις κορυφής απλώς διασκεδάζουν λίγο την κατάσταση και δίνουν την ψευδαίσθηση μιας κανονικότητας που δεν αρέσει σε κανέναν –παρά μόνο σε όσους τάζουν σωτηρία εφ’ όλης της ύλης.

ΠΗΓΗ: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top