Ο ετήσιος κύκλος των Δεσποτικών εορτών μας οδηγεί και κατά το έτος τούτο προ της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων, στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού, που είναι «το πάντων καινόν καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον», κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό (P.G. 94,98B). Ο Υιός και Λόγος του Θεού «εαυτόν εκένωσε…, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος», έγινε τέλειος και αληθινός άνθρωπος, «άνθρωπος εν πληγή», (Ησαΐου ΝΓ,3) και «εν δούλου μορφή» (Φιλιπ. Β΄7), χωρίς να πάψει να είναι τέλειος και αληθινός Θεός, για να αναδείξει τον άνθρωπο υιό Θεού και Θεό κατά χάριν: «Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος, P.G. 25,192B). Εισέρχεται αθόρυβα στο ρεύμα της ιστορίας με κίνητρο την αγάπη του προς τον άνθρωπο, για να αποκαταστήσει αυτόν στην σωστή και οργανική σχέση του με τον Δημιουργό του. Αυτή η αποκατάσταση σημαίνει ουσι- αστική ανάπλαση της ανθρώπινης φύσης, ανακαίνιση και αναδημιουργία, καθ’ όσον είχε διαφθαρεί από την αμαρτία στο πρόσωπο του γενάρχη Αδάμ. Επειδή «η προτέρα της σαρκός φύσις η από γης διαπλασθείσα, από της αμαρτίας έφθασε νεκρωθήναι και ζωής γενέσθαι έρημος, ετέραν… εισήγαγε, την εαυτού σάρκα, φύσει μεν ούσαν την αυτήν, αμαρτίας δε απηλλαγμένην και ζωής γέμουσαν» (Ιερός Χρυσόστομος, P.G. 61,322). Η ανθρώπινη φύση αποκαθαίρεται, αίρεται η διάσπαση που προκάλεσε ο «πεπτωκώς» άνθρωπος διά της παρακοής και αποκαθίσταται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με την ενανθρώπησή του ο Θεάνθρωπος ενώνεται, μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας, πιο στενά με την δημιουργία του, αφού γίνεται ο Ίδιος αυτό που εδημιούργησε και με τον τρόπο αυτό γεφυρώνει την άβυσσο, γκρεμίζει και διαλύει «το μεσότειχον του φραγμού» και πραγματοποιεί το έργο της θεώσεως του ανθρώπου. «Παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν» (Ησαΐου Θ΄6). Ομως δεν είναι άνθρωπος απλούς το παιδίον αυτό. Η ζωή του δεν αρχίζει από την στιγμή που εγεν- νήθη. Υπάρχει «προ πάντων των αιώνων». Είναι ο Υιός της Παρθένου ως άνθρωπος, αλλ’ είναι συγχρόνως και Υιός του Θεού. «Παιδίον νέον» κατά την ανθρώπινη φύση του, αλλως Θεός είναι «παλαιός των ημερών». Εκτοτε νέοι κανόνες ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου αφενός και μεταξύ των ανθρώπων αφετέρου. Νέες διαστάσεις ανοίγονται στον παλαιό κανόνα της προς τον πλησίον ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Ιησούς έρχεται για να διδάξει την ανεκτίμητη αξία της ψυχής και κατά συνέπεια της ανθρώπινης προσωπικότητας. Έρχεται για να φέρει την μόνιμη και πάγια ειρήνη. Στο σπήλαιο της θείας συγκατάβασης πραγματοποιείται η κοινωνία του άπειρου Θεού προς τον πεπερασμένο άνθρωπο, η ενότητα του ουρανού και της γης, ο σύνδεσμος πλάσματος και πλάστου. Η αγιοπνευματική πατερική διδασκαλία απέκλεισε κάθε προσπάθεια γνωσιολογικής προσέγγισης του Μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως: «Ου φέρει το Μυστήριον έρευναν». Μόνον διά της πίστεως ο άνθρωπος γεύεται βιωματικά το Μυστήριο της «κενώσεως» του Υιού του Θεού, που είναι μεγαλύτερο από το μυστήριο της Δημιουργίας και κέντρο και σκοπός της όλης δημιουργίας. Ο δρόμος της πίστεως είναι εκείνος που παραμένει προσιτός, για όσους θελήσουν να εισχωρήσουν στο «μέγα και παράδοξον θαύμα», να γευθούν τους καρπούς της θείας ενανθρωπήσεως και να λυτρωθούν. Η πίστη είναι εκείνη που γεννά στον άνθρωπο τον πόθο της λυτρώσεως και μόνο με την πίστη μπορεί να κατανοήσει ο άνθρωπος γιατί «ράκει καθάπερ βροτός σπαργανούται ο τη ουσία αναφής» (Δοξαστικό Θ΄ ώρας). Η Εκκλησία βιώνει το μεγάλο αυτό γεγονός κατά τρόπο πολύ έντονο αλλά και περιεκτικό, με τις αριστουργηματικές υμνολογικές συνθέσεις και τις ασυλλήπτου κάλλους βυζαντινές υμνωδίες με τις οποίες οι ιεροί Υμνογράφοι κατορθώνουν να εκφράσουν, με θεολογική πληρότητα, την όλη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία αναφέρεται στο Δόγμα της σωτηρίας του ανθρώπου διά της ενανθρωπήσεως του Θεού: «Η απαράλλακτος εικών του Πατρός… μορφήν δούλου λαμβάνει εξ απειρογάμου Μητρός προελθών, ου τροπήν υπομείνας,… άνθρωπος γενόμενος διά φιλανθρωπίαν» (Στιχηρό Εσπερινού). «Ο ουρανός και η γη σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε και άνθρωπος εις ουρανούς ανέβηκε…» (Ιδιόμελο Λιτής). Όλη η κτίση μετέχει στο μέγα γεγονός, γιατί ολόκληρη η κτίση αποκαθίσταται με την Γέννηση του Χριστού: «Εκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει· οι άγγελοι τον ύμνον· οι ουρανοί τον Αστέρα· οι Μάγοι τα δώρα· οι Ποιμένες το θαύμα· η γη το Σπήλαιον· η έρημος την Φάτνην· ήμεις δε Μητέρα Παρθένον» (Στιχηρό Εσπερινού). Είναι δυσερμήνευτο δώρο Θεού η ικανότητα των ιερών Υμνογράφων, οι οποίοι με λαμπρότατο ύφος και με εκφράσεις γεμάτες λυρισμό δημιουργούν αριστουργηματικές ποιητικές συνθέσεις με τις οποίες μας βοηθούν να εννοήσουμε τον βαθυστόχαστο λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου και τον υπέροχο υμνωδό της εορτής των Χριστουγέννων, που τον ακολουθεί, όταν, μελωδούντες τα μεγαλεία της Δεσποτικής αυτής εορτής, μας προτρέπουν: «Χριστός γεννάται δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών· απαντήσατε…». Δεν θα έχει καμία σημασία η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, αν δεν την αισθανθούμε ως έλευση του Χριστού μέσα μας, όταν μάλιστα ο τελικός σκοπός της γεννήσεως του Θεανθρώπου είναι η δική μας, η προσωπική θέω- ση. «Τι γαρ μοι όφελος», λέγει ο Ωριγένης, «ει επιδεδήμηκεν ο Λόγος τω κόσμω, εγώ δε αυτόν ουκ έχω;» (Ομιλία 9 εις Ιερεμίαν, 11,1). Όλοι θα εορτάσουν τα Χριστούγεννα· το ζήτημα είναι πόσοι θα τα εννοήσουν και ακόμη πόσα θα τα ζήσουν. «Χριστός επί γης, υψώθητε!»
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top