Ευγένιος Βούλγαρης (1715 - 1806), άγνωστου καλλιτέχνη

Ζούμε σε μια χώρα όπου διαρκώς αναβάλλεται ο «χωρισμός» Εκκλησίας και Κράτους. Αρκεί, φαίνεται, να ανανεώνεται μια «συνεννόηση» για τις σχέσεις «κοσμικού» και «θρησκευτικού» πεδίου, με το πρώτο να επιδεικνύει επαρκή κατανόηση σε θέματα οικονομικά που αντιμετωπίζει το δεύτερο, το οποίο όμως να συνεχίζει την «ανθρωπιστική» του διακονία και ως διερμηνευτής της «προφητικής ιστορίας».
Δηλαδή, χωρίς καμιά απρόβλεπτη «ρήξη» μεταξύ τους. Να συλλέξω πτυχές της «συγκυρίας»; Τη «δυάδα» του Αϊ-Στράτη ή την απαλλαγή από τα καθήκοντα του υπουργού Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων; Τον εκάστοτε υποψήφιο πρωθυπουργό να επισκέπτεται το Αγιονόρος και το αναστάσιμο «Φως» του «Πανάγιου Τάφου» να έχει πάντα «συνοδό» μέλος της κυβέρνησης, κάποτε, που να έχει δώσει θρησκευτικό όρκο;
Γιατί μια τέτοια σύντομη εισαγωγή; Πράγματι, έχουν μεσολαβήσει τριακόσια χρόνια από τη γέννηση του Ευγένιου Βούλγαρη (1716-1806).
Και αντί να μείνουμε στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, όπου εξακολουθεί το ερευνητικό του έργο να είναι διακριτό, παρά τα οικονομικά και θεσμικά προβλήματα που επισωρεύθηκαν, οδηγούμαστε στο αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου με ρασοφόρους πρωτοκάθεδρους.
Δηλαδή, με διοργανωτές την «Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου» (δεν προσθέτω ούτε αφαιρώ κάτι από την αυτοτιτλοφόρησή του) και τη Μητρόπολη Κέρκυρας πραγματοποιήθηκε διήμερο «φιλολογικό μνημόσυνο», που ονομάστηκε και «διεθνής επιστημονική ημερίδα» για τον «homo universalis» του «Νέου Ελληνισμού», ενώ την τρίτη ημέρα θα επακολουθήσει «Ορθρος, Αρχιερατική Θεία Λειτουργία μετά Μνημοσύνου».
Οι δύο δεκάδες των εισηγήσεων προγραμματικά αφιερώθηκαν στον «νου του νέου Ελληνισμού», δίδοντας όμως ξεχωριστό βάρος στο θεολογικό έργο του «Βούλγαρι» («θεολογική οντολογία της ελευθερίας», η «ευθανασία», η «παρουσία του Θεού στο επιστημονικό έργο», «Θεός και Ιστορία») και στα χειρόγραφα και τις «διαδρομές» του, χωρίς βέβαια να ανταποκρίνεται η τιτλοφόρηση της β΄ συνεδρίας: «Φιλοσοφία και Επιστήμη» στις ανακοινώσεις που αυτή περιβάλλει (με εξαίρεση ό,τι αναδεικνύει ξανά το οικείο μεταφραστικό έργο ως «μετοχέτευση» της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας).
Δεν θα σταθώ εδώ στο πώς και γιατί δεινοπάθησε από την Εκκλησία του καιρού του ο «κλεινός» Ευγένιος, αλλά στο γεγονός ότι έως τώρα ήταν «ανοιχτά» αρκετά ζητήματα της βιοεργογραφίας του. Δηλαδή, αναμένοντας να διακριβώσω ποια θα είναι η νέα ερευνητική συγκομιδή για τον «φωτιστή του Γένους», ισχνή ή όχι, θα υπομνήσω ορισμένες εστίες προβληματισμού:
α) στην ανάγκη σύνθεσης μιας νέας μονογραφίας για τη ζωή του Ευγένιου, με αρκετά ακόμη τα κενά ή τις ασάφειες ως προς τους κύριους και τους δευτερεύοντες σταθμούς της σταδιοδρομίας του·
β) στην προτεραιότητα συγκεντρωτικής έκδοσης των ευρισκομένων επιστολών του με την ελπίδα ότι θα φωτισθούν έτσι αρκετές πτυχές αυτών των σταθμών·
γ) στην πληρέστερη αποτύπωση του πολυσχιδούς συγγραφικού του έργου, πρωτότυπου και μεταφραστικού (εδώ ανήκουν οι παραφράσεις και η σύστοιχη επισήμανση των πηγών τους)·
δ) στην αξίωση ακριβούς συστοίχισης μερών και όλου της σκέψης του, ώστε οι μελετητές/τριες ειδικότερων πλευρών της να μην αυτοεγκλωβίζονται στη γοητεία του μέρους και έτσι να μην το προβάλλουν ως «πεμπτουσία» του συνολικού συγγραφικού τοπίου που συνέθεσε ο «κλεινός Ευγένιος»·
ε) στην προσεκτικότερη περιοδολόγηση ενός πολυετούς έργου, πέρα από τους συμβατικούς χωρισμούς που έως τώρα γνώρισε·
στ) στην οριοθέτηση της παρουσίας του Βούλγαρη ως «διανοουμένου»·
ζ) στον καθορισμό των ορίων διακινδύνευσης του διδασκάλου που εμφανίσθηκε ως κοινωνός της σκέψης των «νεωτέρων»·
η) στην ακριβέστερη αποτίμηση της συζυγίας που, με τους όρους του Κοραή, θα μπορούσε να αποδοθεί στο έργο του ως «αρχαϊσμός» και αντίστοιχα ως «νεολογία»·
θ) στην κατανόηση των όρων άσκησης της κριτικής που δέχθηκε η πρακτική του «ευγενίζειν»·
ι) στην κατάδειξη της συμβολής του εγχειριδίου του Βούλγαρη ως προς την ανασύνταξη της Λογικής, σύμφωνα με την αποβλεπτικότητα και τη «μέθοδο των νεωτέρων»·
ια) στην ανάδειξη της λειτουργίας του «εκλεκτισμού» ως μηχανισμού άμυνας του φιλοσόφου που προσπαθεί ταυτόχρονα να παρακάμψει τους «ακρατώς δογματικούς» και τους «ακρατώς σκεπτικούς»·
ιβ) στην αξιολόγηση των μεταφραστικών του επιλογών και στην αντιμετώπιση της οικείας διακινδύνευσης·
ιγ) στην ανασυγκρότηση της έννοιας και της διαίρεσης του φιλοσοφείν·
ιδ) στη διακρίβωση του τρόπου εισαγωγής στη σκέψη και τη δράση του Βούλγαρη μιας μορφής προβληματισμού για το «εθνικό ζήτημα».
Οποιο σχήμα περιοδολόγησης κι αν ακολουθήσουμε, το αρχικό έργο του Ευγένιου Βούλγαρη, διδακτικό και συγγραφικό, και ιδίως η Λογική του, εντάσσεται στην «πρώτη περίοδο» του νεοελληνικού Διαφωτισμού.
Τα ζητήματα προς ακριβέστερη διερεύνηση πολλαπλασιάζονται, όταν εξετάζεται το συνολικό του έργο, κατά το είδος, τη συνάφεια και την ανέλιξη, χωρίς να παρακάμπτεται το πλαίσιο των σχέσεών του με το συγκείμενο («context») των ιδεών και των ιστορικών γεγονότων που το περιβάλλει.
Αναμφίβολα, σε οποιαδήποτε αντιμετώπιση «μέρους» και «όλου» ενός πολυετούς συγγραφικού έργου προϋποτίθεται η ερωτηματοθεσία για την πληρότητα ενός εγγενούς ιστοριογραφικού εγχειρήματος.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει ένας «σταθμός» στο πεδίο των ιδεών, όπως ήταν ο χρόνος συγγραφής και στη συνέχεια ο χρόνος δημοσίευσης της Λογικής, και η συστοιχία του με τα συγκεκριμένα επεισόδια της βιογραφίας του συγγραφέα της και ιδίως με ό,τι συγκροτεί τον «μακρόκοσμό» της;
Αποτελεί τη συμπυκνωμένη έκφραση του πνευματικού δυναμισμού μιας εποχής ή είναι ένας συμβατικός οδοδείκτης; Και στην περίπτωση του Βούλγαρη μπορεί να εφαρμοσθεί η παραδοχή ότι οι όποιοι συμβατικοί χωρισμοί της Ιστορίας εύκολα παραγκωνίζονται, αν ακριβώς οι ιστορικές και φιλολογικές μας γνώσεις για το σύνολο του βίου και του έργου του μεταβληθούν ριζικά.

ΠΗΓΗ : efsyn.gr
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top