Του Γιώργου Παυλόπουλου

Στη Βρετανία, ο Ντέιβιντ Κάμερον παραιτήθηκε και παρέδωσε τα ηνία της πρωθυπουργίας στην Τερέζα Μέι, αμέσως μετά την ήττα του στο δημοψήφισμα για το Brexit, στις 23 Ιουνίου, το αποτέλεσμα του οποίου ταρακούνησε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Γαλλία, ο Φρανσουά Ολάντ ανακοίνωσε, την περασμένη εβδομάδα, ότι δεν θα διεκδικήσει να είναι εκ νέου ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών για την προεδρία την ερχόμενη άνοιξη, συνειδητοποιώντας ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε πολιτική αυτοκτονία, τόσο για τον ίδιο όσο και για το κόμμα του -το οποίο, πάντως, μοιάζει ούτως ή άλλως καταδικασμένο. Στη δε Ιταλία, ο Ματέο Ρέντσι υπέβαλε επίσης την παραίτησή του από την πρωθυπουργία, μετά την εσπευσμένη ψήφιση του νέου προϋπολογισμού, καθώς συνετρίβη στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση, το οποίο είχε (ατυχώς) αναγορεύσει σε ψήφο εμπιστοσύνης για τον ίδιο και την κυβέρνησή του.

Πρακτικά, λοιπόν, από τις μεγάλες χώρες της Ευρώπης, μόνο στην Ισπανία έχει επιβιώσει ο Μαριάνο Ραχόι, καταφέρνοντας να παραμείνει στη θέση του μετά από δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ένα σχεδόν χρόνο σκληρών διαπραγματεύσεων με τα άλλα κόμματα. Κι αυτός, όμως, ηγείται μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί, ειδικά εάν σφίξουν λίγο περισσότερο τα δημοσιονομικά... ζωνάρια. Όσο για την Ολλανδία, τη σχετικά μικρή πληθυσμιακά αλλά ισχυρή οικονομικά σύμμαχο του Βερολίνου στην ΕΕ και την ευρωζώνη, ο Μαρκ Ρούτε έχει κάθε λόγο να φοβάται ότι έρχεται και το δικό του τέλος, καθώς στις εκλογές του Μαρτίου, ο επικεφαλής του ακροδεξιού Κόμματος Ελευθερίας και υπαρχηγός ουσιαστικά της Μαρίν Λεπέν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Γκέερτ Βίλτερς, έχει βάλει ολοταχώς πλώρη για την πρωτιά.
Ο Β. Σόιμπλε ηγείται εκείνης της τάσης στη γερμανική πολιτική και οικονομική ελίτ που δείνει να έχει επιλέξει μια πιο μικρή και ταυτόχρονα πιο ελεγχόμενη από το Βερολίνο ΕΕ και ευρωζώνη



Την ίδια στιγμή, στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ο συνήθως συναινετικός και διαλλακτικός Μπαράκ Ομπάμα τελεί ουσιαστικά χρέη υπηρεσιακού προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Ετοιμάζεται δε να παραδώσει τα ηνία της υπερδύναμης, στις 20 Ιανουαρίου, στον φοβερό και τρομερό (και ακόμη περισσότερο απρόβλεπτο) Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος, αφού πρώτα ανέτρεψε όλα τα προγνωστικά στη χώρα του, απειλεί τώρα να ανακατέψει και να ξαναμοιράσει την τράπουλα με τους δικούς του όρους και στη διεθνή σκηνή, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων με την Ευρώπη.

Πρακτικά, λοιπόν, η Ανγκελα Μέρκελ -όσο κι αν δεν το επιθυμούσε ούτε το είχε θέσει ως στόχο- είδε στη διάρκεια του 2016 να καταρρέουν ο ένας μετά τον άλλο οι βασικοί της συνομιλητές στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή, οι ηγέτες των χωρών που θεωρούνται οι στενότεροι εταίροι της Γερμανίας. Η ίδια, αντιθέτως, όχι απλώς αντέχει, αλλά ετοιμάζεται να διεκδικήσει για τέταρτη συνεχόμενη θητεία την καγκελαρία τον Σεπτέμβριο του 2017, προκκειμένου να γίνει η μακροβιότερη καγκελάριος στην ιστορία της χώρας της, ξεπερνώντας τον Κόνραντ Αντενάουερ και τον Χέλμουτ Κολ. Μάλιστα, το 90% που συγκέντρωσε την περασμένη Τρίτη στο συνέδριο των Χριστιανοδημοκρατών απέδειξε ότι, παρά τις όποιες φήμες και τη δυσφορία για πλευρές της πολιτικής της, η Μέρκελ εξακολουθεί να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή, χωρίς κανείς από τους συνοδοιπόρους της στην Ένωση (παρά τις «κορώνες» που κατά καιρούς εξαπολύουν...) να τολμά να την αμφισβητήσει ευθέως.
Στην Ισπανία, ο Μαριάνο Ραχόι έχει καταφέρει να κρατηθεί με νύχια και με δόντια στην πρωθυπουργία, ηγείται όμως μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, η οποία μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή



Οι εξελίξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη, όμως, οι οποίες σε ορισμένες χώρες μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρουν δραματική και ανεξέλεγκτη μορφή, αναγκάζουν την «σιδηρά καγκελάριο» να βιώσει την απόλυτη πολιτική μοναξιά και μάλιστα στην πιο κρίσιμη περίοδο για το μέλλον της ΕΕ και του ευρώ. Πλέον, αυτή και το Βερολίνο θα έχουν -ακόμη περισσότερο από ό,τι μέχρι σήμερα- τον πρώτο και αποφασιστικό λόγο για τις επιλογές που θα γίνουν και τις συνέπειές τους. Κάτι που σημαίνει, πολύ απλά, ότι θα πιστωθούν σχεδόν εξ' ολοκλήρου το όποιο κέρδος εφόσον υπάρξουν θετικές εξελίξεις, αλλά και θα χρεωθούν εξίσου το κόστος εάν η τροπή που λάβουν τα γεγονότα είναι αρνητική ή, πολύ περισσότερο, καταστροφική.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η κρίση έχει τόσο βάθος και διάρκεια ώστε οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν δεν χωρούν άλλη αναβολή. Ουσιαστικά, το εγχείρημα της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», το οποίο σε τρεις μερίπου μήνες συμπληρώνει τυπικά 60 χρόνια ιστορίας, βρίσκεται μπροστά σε τρεις δρόμους: Είτε θα ακολουθήσει εκείνον που επιβάλει μεγαλύτερες ταχύτητες τις οποίες δεν μπορεί να ακολουθήσει και δεν θα ακολουθήσει το σύνολο των σημερινών χωρών-μελών, καθιστώντας το Brexit μόνο την αρχή της διαδικασίας συρρίκνωσης της ΕΕ και της ευρωζώνης. Είτε θα επιλέξει την οδό ενός νέου «ιστορικού συμβιβασμού» ανάμεσα στους εταίρους, με την αποδοχή ότι η συνολική ενοποίηση είναι αδύνατη και θα περιοριστεί σε ορισμένους μόνο τομείς (όπως της ασφάλειας), κάτι που συνεπάγεται επιστροφή εξουσιών στις εθνικές κυβερνήσεις και κοινοβούλια. Είτε, τέλος, θα βρεθεί να ακολουθεί και μάλιστα χωρίς καν να το καταλάβει, τον δρόμο της ασύνταχτης διάλυσης εις τα εξ ων συνετέθη, το τέλος του οποίου είναι άδηλο και σκοτεινό.
Στην Ολλανδία, ο Μαρκ Ρούτε κινδυνεύει να ακολουθήσει τον δρόμο άλλων Ευρωπαίων ηγετών, μιας και ο Ακροδεξιός Γκέερτ Βίλτερς διεκδικεί με αξιώσεις την πρωτιά στις εκλογές του Μαρτίου




Οπωσδήποτε, Μέρκελ και Βερολίνο έχουν συναίσθηση του βάρους που επωμίζονται, καθώς η δική τους επιλογή θα γείρει την πλάστιγγα και θα στρέψει το ευρωπαϊκό «όχημα» προς μία από τις τρεις παραπάνω κατευθύνσεις. Για την ώρα, όλα δείχνουν πως η γερμανική κυβέρνηση, η πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας, εξακολουθούν να ταλαντεύονται ανάμεσα στους δύο πρώτους δρόμους, απορρίπτοντας ταυτόχρονα κατηγορηματικά και στο σύνολό τους τον τρίτο -της ασύνταχτης διάλυσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μοιάζει να ηγείται της τάσης που οδηγεί προς την πιο μικρή και πιο γερμανική Ευρώπη, λειτουργώντας μάλιστα ως «γέφυρα» ανάμεσα στους Χριστιανοδημοκράτες, τους Βαυαρούς εταίρους τους και την Εναλλακτική για τη Γερμανία. Από την άλλη, οι (αποδυναμωμένοι πολιτικά) Σοσιαλδημοκράτες φαίνεται πως θα επιχειρήσουν να εκφράσουν πολιτικά και να ηγηθούν της τάσης που επιλέγει τον δρόμο της υποχώρησης και του συμβιβασμού.

ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΘΡΙΛΕΡ

Η 25η επέτειος από την σύνοδο του Μάαστριχτ, όπου υπογράφηκε η συνθήκη που «γέννησε» το ευρώ, γιορτάστηκε χθες χωρίς τυμπανοκρουσίες στην ομώνυμη πόλη. Κανείς δεν δεσμεύεται, άλλωστε, για το «αύριο» του κοινού νομίσματος


Αναμφίβολα δε, οι εκλογικές αναμετρήσεις οι οποίες πρόκειται θα διεξαχθούν εντός του 2017 σε αρκετές χώρες της Ευρώπης -σίγουρα στην Ολλανδία και τη Γαλλία, πιθανότατα στην Ιταλία και ενδεχομένως στην Ισπανία, την Αυστρία και αλλού- και, τέλος, στην ίδια τη Γερμανία, θα διαμορφώσουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό και διαφορετικές ισορροπίες. Διαδραματίζοντας έτσι, αντικειμενικά σε μεγάλο βαθμό, αποφασιστικό ρόλο για την τελική επιλογή της καγκελαρίου, της γερμανικής ολιγαρχίας, αλλά και της κοινωνίας της ευρωπαϊκής «υπερδύναμης».



Στο μεταξύ, βεβαίως, οι εταίροι του Βερολίνου και της Μέρκελ έχουν τουλάχιστον δύο λόγους για να τραβήξουν το σκοινί. Ο ένας πηγάζει ευθέως από το ένστικτο πολιτικής τους επιβίωσης -τουλάχιστον, εκείνων που διατηρούν ακόμη κάποιες ελπίδες να την επιτύχουν, όπως είναι ο Ιταλός Ρέντσι ή ο Ισπανός Ραχόι. Ο άλλος -και πιο σοβαρός- έχει να κάνει με τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι ελίτ των άλλων χωρών της ΕΕ και της ευρωζώνης. Παρά το γεγονός ότι, τελικά, θα κληθούν να αποφασίσουν με ένα ξεκάθαρο «ναι ή όχι», μέχρι τότε θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν τη ρευστότητα που επικρατεί και τις ανακατατάξεις που έχουν δρομολογηθεί. Με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να βρεθούν σε καλύτερη θέση την επόμενη μέρα.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως το επόμενο διάστημα, οι αντιθέσεις θα ενταθούν και τα «θερμά επεισόδια» θα πολλαπλασιαστούν επί ευρωπαϊκού εδάφους, αφήνοντας «χαραμάδες» και για τις πιο αδύναμες χώρες. Αρκεί, βεβαίως, οι ηγεσίες τους (και οι κοινωνίες τους) να έχουν τη βούληση να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία.

Η αντιδραστική στροφή συνεχίζεται
Η Ακροδεξιά δεν σταμάτησε στις πύλες της Βιέννης...

Η επικράτηση του υποψηφίου των Πρασίνων και συνολικά του «δημοκρατικού τόξου» στον επαναληπτικό δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Αυστρία και μάλιστα με δεκαπλάσια διαφορά (πάνω από 300.000 ψήφοι έναντι 30.000) από τον αντίπαλό του σε σύγκριση με την ακυρωθείσα αναμέτρηση της 22ας Μαΐου, έδωσε το έναυσμα ώστε να ακουστεί ένας βαθύς... αναστεταναγμός ανακούφισης από τις Βρυξέλλες και άλλες πρωτεύουσες εντός της ΕΕ. Βλέπετε, δεν θα ήταν μικρό και ασήμαντο γεγονός να αναδειχθεί σε ανώτατο πολιτειακό αξίωμα μιας ευρωπαϊκής χώρας και για πρώτη φορά μεταπολεμικά, ένας άνθρωπος όπως ο Νόρμπερτ Χόφερ, ο οποίος φέρει την ταυτότητα ενός κόμματος που δημιουργήθηκε πριν από 60 σχεδόν χρόνια, ως απόγονος των ναζί...

Η ευφορία αυτή, ωστόσο, είναι μόνο προσωρινή, καθώς κάθε μέρα που περνά, το σκηνικό στην Ευρώπη γίνεται πιο «γκρίζο». Στην ίδια την Αυστρία, οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο ακροδεξιό Κόμμα Ελευθερίας την πρώτη θέση, με τα ποσοστά του «μεγάλου συνασπισμού» που κυβερνά τη χώρα να υποχωρούν διαρκώς.

Στην Ολλανδία, επίσης, ο ομώνυμος πολιτικός σχηματισμός του Γκέερτ Βίλντερς έχει επίσης βάλει πλώρη για την πρωτιά στις εκλογές του Μαρτίου. Στην Ιταλία, εκτός από το «πολυσυλλεκτικό» κόμμα του Μπέπε Γκρίλο, μεγάλος κερδισμένος του δημοψηφίσματος ήταν η Λέγκα του Βορρά. Όσο για τη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν γνωρίζει ότι παρά τα όσα γράφονται και λέγονται, η μονομαχία για την προεδρία με τον θατσερικό Φρανσουά Φιγιόν δεν έχει κριθεί.

Επί της ουσίας, μάλιστα, οι ρίζες του προβλήματος πηγαίνουν πολύ πιο βαθιά από τα εκλογικά ποσοστά και αγγίζουν τον «πυρήνα» της ΕΕ και του ευρώ -το οποίο, παρεμπιπτόντως, γιόρτασε χθες την 25η επέτειο από τη γενέθλια Συνθήκη του, η οποία υπογράφηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1991 στην πόλη του Μάαστριχτ. Διότι είναι σχεδόν βέβαιο πλέον, ότι η επόμενη μέρα θα σφραγιστεί από μια αντιδραστική στροφή σε όλα τα επίπεδα -των σχέσεων εργασίας, των δημοκρατικών δικαιωμάτων, των θεσμών εκπροσώπησης- καθώς φαίνεται ότι τα επιτελεία και τα κέντρα εξουσίας, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στις πρωτεύουσες των κρατών-μελών, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει άλλη απάντηση απέναντι στην κρίση διαρκείας και τις απειλές που γεννά.

Με άλλα λόγια: Τα κάθε λογής μορφώματα της Ακροδεξιάς, του εθνικισμού και της ξενοφοβίας, ακόμη κι αν δεν καταφέρουν να καταλάβουν τους πολιτικούς θώκους που διεκδικούν, έχουν ήδη καταφέρει να «μπολιάσουν» με τις θέσεις τους τα παραδοσιακά κόμματα (με κορυφαίο παράδειγμα τη Γαλλία), αλλά και να γίνουν αποδεκτά ως κυβερνητικοί εταίροι, όπως αποδεικνύεται στις τρεις από τις τέσσερις σκανδιναβικές χώρες. Σε αυτό το φόντο, η πολιτική νομιμοποίηση της εγκληματικής νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής από την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, δεν αποτελεί παρά το «κερασάκι στην τούρτα»...
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top