Αποτέλεσμα εικόνας για προυποθεσεις βιωσιμοτητας χρεους


Η Παγκόσμια Οικονομική Ιστορία διδάσκει ότι η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους μιας χώρας, ceteris paribus, εξαρτάται άμεσα από την επίτευξη ικανοποιητικών αναπτυξιακών ρυθμών π.χ. 4%. Ο λατινικός όρος ceteris paribus σημαίνει “υπό την προϋπόθεση ότι τα λοιπά δεδομένα θα παραμείνουν αμετάβλητα”. Για παράδειγμα, αν μια χώρα αναπτύσσεται με μέσους αναπτυξιακούς ρυθμούς της τάξης του 4%, αλλά η διαφθορά και η άνομη παραοικονομία αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά του κοινωνικοοικονομικού της συστήματος, πολύ πιθανόν είναι τα Δημόσια Οικονομικά να μην είναι βιώσιμα. 

Αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση της Ελλάδας, που αν και την περίοδο 1994-2007 αναπτυσσόταν με 4% κατά μέσο όρο κάθε χρόνο, εντούτοις το δημόσιο χρέος σημείωνε συνεχή ανοδική τάση καταδεικνύοντας τη μη βιωσιμότητα του χρέους.

Ερώτημα: Κάτω υπό ποιες συνθήκες πρωτογενή κρατικά πλεονάσματα ως ποσοστό του ΑΕΠ γύρω στο 1,5%, εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας; 
Η μελλοντική πορεία του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, προϋποθέτει το μελλοντικό προσδιορισμό των μέσων επιπέδων του πληθωρισμού και των πραγματικών επιτοκίων. Ας υποτεθεί ότι η φάση αποπληθωρισμού, που μετά το 2013 πλήττει την ελληνική οικονομία, συνεχιστεί κατά την περίοδο 2017-2020 και έστω ότι τα μέσα επίπεδα του πληθωρισμού διαμορφωθούν σε -1%. 
Στο ενδεχόμενο αυτό, η επίτευξη του ποσοτικού στόχου που προβλέπει το τρίτο μνημόνιο για μέση ετήσια μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 4% την περίοδο 2017-2019, θα απαιτούσε μέσους ετήσιους αναπτυξιακούς ρυθμούς τουλάχιστον 5%.

Στη συνέχεια θα προβούμε σε μια τεχνοκρατική ανάλυση, για να εξηγήσουμε κάτω υπό ποιες συνθήκες το δημόσιο χρέος μιας χώρας μπορεί να καταστεί βιώσιμο. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους σημαίνει, ότι, η χώρα έχει την δυνατότητα να το εξυπηρετεί με συνέπεια στο μέλλον. Η μεταβολή του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, απεικονίζεται από την κάτωθι μαθηματική σχέση:

ΔΒt/ΔΥt = Bt/Yt – Bt-1/Yt-1= (r – g)Bt-1/Yt-1 + Gt – Tt /Yt

όπου Β= Δημόσιο χρέος, Υ= ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές (ή ονομαστικό ΑΕΠ), G= Πρωτογενείς κρατικές δαπάνες, T= Κρατικά έσοδα, g= Ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης (ή ποσοστιαία μεταβολή πραγματικού ΑΕΠ), r= Μέσο πραγματικό επιτόκιο βάσει του οποίου δανείζεται το κράτος, το σύμβολο Δ παριστάνει την έννοια της μεταβολής και τέλος ο δείκτης t απεικονίζει τον χρόνο. 
Στις κρατικές δαπάνες υποτίθεται ότι δεν συμπεριλαμβάνονται τα τοκοχρεολύσια για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. 
Το μέσο πραγματικό επιτόκιο, r, με το οποίο μια χώρα δανείζεται στις διεθνείς χρηματαγορές, προκύπτει από την διαφορά μεταξύ μέσου ονομαστικού επιτοκίου (R) και πληθωρισμού σε μέσα επίπεδα (P), δηλαδή r= Rt-Pt. Η ποσότητα (Gt-Tt) απεικονίζει το “πρωτογενές αποτέλεσμα”, έτσι ώστε αν Gt>Tt υπάρχει πρωτογενές έλλειμμα, αν Gt<Tt υφίσταται πρωτογενές πλεόνασμα και αν Gt=Tt το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι μηδενικό.

Από μαθηματικής-στατιστικής άποψης, η διαχρονική μεταβολή του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, δηλαδή η μεταβολή του λόγου ΔBt/ΔYt, εξαρτάται από δύο θεμελιώδεις παράγοντες, την ποσότητα (r-g) και το πρωτογενές αποτέλεσμα (Gt-Tt). 
Με κριτήριο την διαχρονική μεταβολή των ποσοτήτων (g-r) και (Gt-Tt), μπορούν να προκύψουν αρκετά ενδιαφέροντα σενάρια για την ελληνική οικονομία, που άπτονται της μελλοντικής βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Για την κατανόηση της προαναφερομένης μαθηματικής φόρμουλας, θα παραθέσουμε στη συνέχεια τρία σενάρια.

Πρώτο Σενάριο: Μείωση του λόγου μεταβολή δημοσίου χρέους προς μεταβολή ΑΕΠ (ΔBt/ΔΥt) με την συνύπαρξη πρωτογενών ελλειμμάτων (Gt>Tt). Με κριτήριο το σενάριο αυτό, αν οι μελλοντικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της ελληνικής οικονομίας, ήταν υψηλότεροι από το μέσο επιτόκιο δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, δηλαδή g>r, τότε ακόμα και με την ύπαρξη μικρών πρωτογενών κρατικών ελλειμμάτων, ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ θα σημείωνε διαχρονική πτωτική τάση.

Δεύτερο Σενάριο: Μείωση του λόγου ΔΒt/ΔΥt δοθέντος ότι r-g=0. Με γνώμονα το σενάριο αυτό, αν r-g=0, που σημαίνει ότι r=g, συνάγεται ότι η μελλοντική ελάττωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, θα απαιτούσε την ύπαρξη πρωτογενών κρατικών πλεονασμάτων, δηλαδή Gt<Τt.

Τρίτο Σενάριο: Μείωση του λόγου ΔΒt/ΔΥt παρότι r>g. Αν τα επόμενα χρόνια, το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού του ελληνικού δημοσίου ήταν μεγαλύτερο από τους αναπτυξιακούς ρυθμούς της ελληνικής οικονομίας και άρα r>g, τότε η διαχρονική μείωση του λόγου ΔΒt/ΔΥt θα απαιτούσε την επίτευξη σημαντικών κρατικών πρωτογενών πλεονασμάτων, δηλαδή Gt<Tt. 
Το τρίτο σενάριο είναι αυτό που προσομοιάζει στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας. Πράγματι, την περίοδο 2009-2015, ο μέσος ετήσιος αναπτυξιακός ρυθμός της χώρας ήταν αρνητικός γύρω στο -3,8% και το μέσο πραγματικό επιτόκιο δανεισμού του ελληνικού δημοσίου κυμάνθηκε γύρω στο +2%, με συνέπεια η ποσότητα (r-g) να είναι θετική της τάξης του +5,8% (r-g={+2%-(-3,8%)}={+2%+3,8%}=+5,8%). Κατ’ αυτό τον τρόπο, την περίοδο 2009-2015, λόγω του ότι r-g=+5,8%, αναπόφευκτο ήταν ο λόγος ΔΒt/ΔΥt να σημειώσει ανοδική πορεία.

ΠΗΓΗ
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top