Συντάκτης: 
Αφροδίτη Τζιαντζή - Φωτ.: Βασίλης Μαθιουδάκης


H είδηση του φθινοπώρου ότι ο οίκος υποδημάτων «Καλογήρου» –για την ακρίβεια, ο όμιλος Λεμονή στον οποίο ανήκει- αντιμετωπίζει «σοβαρά προβλήματα ρευστότητας», με συσσωρευμένες ζημιές που αγγίζουν τα 49,5 εκατομμύρια, δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Αντίθετα, σε μια αγορά που κρατάει την ανάσα της για το σε ποια μεγάλη αλυσίδα θα σκάσει το επόμενο κανόνι, τα σύννεφα που μαζεύτηκαν γύρω από την ιστορική υποδηματοποιία, που ιδρύθηκε το 1890, ήταν άλλη μια στενάχωρη αλλά αναμενόμενη είδηση, σε ένα γκρίζο τοπίο. Για γενιές γυναικών οι γόβες «Καλογήρου», όπως αντίστοιχα το δερμάτινο αντρικό παπούτσι, υπήρξαν συνώνυμο της διαχρονικής κομψότητας, μαζί με άλλες, εξίσου ποιοτικές ελληνικές φίρμες, από τις οποίες ελάχιστες επιβιώνουν ώς σήμερα.
Νωρίς για δάκρυα

Ας μη βιαστούμε ωστόσο να γράψουμε το ρέκβιεμ για το ελληνικό παπούτσι. Εξάλλου, όπως σχολιάζουν εκπρόσωποι του ΕΛΣΕΒΒΥΕ, του Συνδέσμου Βιομηχάνων -Βιοτεχνών Υποδημάτων-Εξαγωγέων, που «αρνούνται να ασχοληθούν με κουτσομπολιά», ο «όμιλος Λεμονή είναι από τους κορυφαίους του χώρου, και ποιος μεγάλος σήμερα δεν έχει προβλήματα;»

Παραδέχονται μεν ότι η ελληνική υποδηματοποιία, όπως όλη η αγορά της μεταποίησης, έχει χτυπηθεί από την κρίση, ωστόσο επιμένουν να βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο:

«Ο κλάδος υπόδησης στην Ελλάδα κατά την τελευταία πενταετία, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης, παρουσίασε οπισθοχώρηση στους περισσότερους οικονομικούς δείκτες: παραγωγή, απασχόληση, εξαγωγές. Παρ' όλη αυτή την κάμψη, εξακολουθεί ως κλάδος που διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία και φέρει μακρόχρονη παράδοση, παραμένει δε ένας από τους σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους της χώρας», σημειώνουν.

Προτείνουν λύσεις-στρατηγικούς στόχους ώς το 2020 για να ανακάμψει ο κλάδος, που συμπίπτουν με πάγια αιτήματα των αντίστοιχων βιομηχανικών-βιοτεχνικών επιμελητηρίων.


Βασίλης Μαθιουδάκης

Για την ανασύσταση της αγοράς και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων προτείνουν «την εξασφάλιση χαμηλότοκων δανείων, με μεσομακροπρόθεσμο χαρακτήρα, με δημόσια εγγύηση και περίοδο χάριτος 2 ετών με πλαφόν 400.000 ευρώ, δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων, ασφάλιση εμπορικών επισφαλειών, προχρηματοδότηση για αγορά πρώτων υλών για υλοποίηση παραγγελιών εσωτερικού και εξωτερικού».

Για την αντιμετώπιση της ανεργίας ζητούν «την επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών του συνόλου των απασχολουμένων μιας επιχείρησης για χρονικό διάστημα έως 2 έτη, με δέσμευση από τις επιχειρήσεις για διατήρηση του ύψους απασχόλησης κατά την υπογραφή της σύμβασης για όλη την περίοδο εφαρμογής του μέτρου, ενίσχυση της απασχόλησης των νέων με πλήρη επιδότηση του συνολικού κόστους εργασίας τους για 18 μήνες με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο».

Επιπλέον ζητούν μέτρα για απασχόληση ανέργων άνω των 50 ετών και διατήρηση της απασχόλησης των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων, με «επιδότηση κοινωνικών ασφαλίσεων και επιδομάτων πολυετίας κ.λπ.».

«Η πτώση της κατανάλωσης σε πρώτη φάση επηρέασε το εμπόριο, τις λιανικές πωλήσεις και σταδιακά η κρίση πέρασε στη βιομηχανία», σκιαγραφεί τη σημερινή κατάσταση του κλάδου ο γενικός διευθυντής του ΕΛΣΕΒΒΥΕ Μελέτης Καραμπίνης.



«Το σημαντικό είναι ότι δεν ήταν μια κρίση περιοδική, που κράτησε μία ώς τρεις περιόδους. Αντίθετα, η κρίση της κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά κρατάει πάνω από 5 χρόνια και επιδεινώνεται. Από την άλλη πλευρά, ακριβώς εξαιτίας της κρίσης, μετά την επιβολή των capital controls αλλά όχι μόνον εξαιτίας αυτών, μειώθηκαν αισθητά και οι εισαγωγές προϊόντων. Η διεθνής αγορά ήταν πολύ επιφυλακτική και απαιτούσε την προπληρωμή σε μετρητά. Αυτό επηρέασε και τις παραγωγικές βιομηχανίες, όπως η υποδηματοποιία, καθώς δυσχεραίνει τις παραγγελίες πρώτων υλών. Σε συνδυασμό με την επιφυλακτικότητα των τραπεζών και το πάγωμα των πιστώσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όλα αυτά δημιούργησαν μια ασφυξία στην αγορά».
Απογοητευτικά στοιχεία

Η συνολική μείωση της παραγωγής σε όλο τον μεταποιητικό κλάδο εκτιμάται σε πάνω από 30-35% σε βάθος εξαετίας, με ανάλογες επιπτώσεις στο κλείσιμο των επιχειρήσεων και τη μείωση της απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, στην υπόδηση η μείωση της απασχόλησης αγγίζει το 50%, με τις βιομηχανίες-βιοτεχνίες υποδημάτων να απασχολούν περίπου 3.500 εργαζομένους πανελλαδικά, όταν το 2008 απασχολούσαν περίπου 7.000. Ο αριθμός αυτός ήταν ήδη ένα μικρό κλάσμα της άλλοτε μεγάλης εργατικής δύναμης του κλάδου της υποδηματοποιίας στην Ελλάδα.

Σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΕΒΒΥΕ, η υπόδηση ώς τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 απασχολούσε 60.000-70.000 εργαζομένους και ήταν «ο πρώτος μεταποιητικός εξαγωγικός κλάδος στην Ελλάδα».

Οι εκπρόσωποι του άλλοτε κραταιού εργοδοτικού συνδέσμου, που μαζί με την ομοσπονδία βιοτεχνών-υποδηματοποιών συνυπέγραφαν κλαδικές συμβάσεις με τα σωματεία, με μισθούς ανώτερους από τον μέσο όρο του ειδικευμένου εργάτη, παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξοι για το μέλλον:

«Εχουμε την τεχνογνωσία να παράγουμε ποιοτικό και ανταγωνιστικό παπούτσι. Μπορούμε σε αντιστάθμισμα των προβλημάτων που έχουμε στην ελληνική αγορά να αναπτύξουμε τις εξαγωγές. Εχουμε και καλή τιμή αλλά και τεχνίτες που μπορούν να δουλεύουν πολύ καλά το δέρμα. Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε το πλαστικό παπούτσι, αλλά δέρμα θα πει ποιότητα».

Ζητώντας από το υπουργείο Οικονομίας να ενεργοποιηθούν άμεσα σχέδια ανάπτυξης εξαγωγών, οι Ελληνες υποδηματοποιοί ποντάρουν στην ανάκαμψη του κλάδου με «άνοιγμα στις διεθνείς αγορές».

Για έναν εξωτερικό παρατηρητή, η φράση «περασμένα μεγαλεία» συνοψίζει την ιστορία του ελληνικού παπουτσιού:

«Επί δεκαετίες το ελληνικό παπούτσι ήταν μέσα στα τρία καλύτερα παπούτσια της Ευρώπης μαζί με την Ιταλία και τη Γαλλία. Και όταν μιλάμε για Ευρώπη, μιλάμε ουσιαστικά για όλο τον κόσμο. Στην Κίνα δεν ξέρω τι φορούσαν τότε», μας λέει ο Δημήτρης Παλιοκώστας, επίτιμος πρόεδρος του ΕΛΣΕΒΒΥΕ και ιδιοκτήτης υποδηματοποιίας, που ώς τη δεκαετία του ’90 προμήθευε, όπως και άλλες ελληνικές εταιρείες, πολυκαταστήματα των ΗΠΑ.

«Τα ελληνικά παπούτσια ήταν στις βιτρίνες των μεγάλων αμερικανικών αλυσίδων, που κάθε μία είχε ώς και 1.600 υποκαταστήματα σε όλες τις ΗΠΑ. Τις περισσότερες φορές όμως δεν έβλεπες τις φίρμες των ελληνικών οίκων επάνω στα προϊόντα. Οι αμερικανικές αλυσίδες έβαζαν τη δική τους ετικέτα στα ελληνικά παπούτσια», μας λέει περιγράφοντας μια στρατηγική που υιοθετούν σήμερα και Ευρωπαίοι εισαγωγείς, αγοράζοντας παπούτσια από κινέζικα ή βιετναμέζικα εργοστάσια και επικολλώντας τη δική τους φίρμα.
Η ελληνική υποδηματοποιία που είπε «όχι» στους Γερμανούς

«Το λάθος που κάναμε όλοι οι Ελληνες υποδηματοποιοί είναι ότι επαναπαυτήκαμε στις επιδοτήσεις. Δεν τις χρησιμοποιήσαμε για επενδύσεις, αλλά για να πουλάμε φτηνά, γιατί πιστεύαμε ότι θα τα πάρουμε από το κράτος»

«Είμαι ο τελευταίος των Μοϊκανών», μας λέει με περηφάνια ανάμικτη με πίκρα ο Γεράσιμος Σαμίλης, υπεύθυνος μηχανικός παραγωγής στην υποδηματοποιία «Μπόξερ Φειδάς», μία από τις τελευταίες μεγάλες βιομηχανίες παπουτσιών στην Ελλάδα, με 100 χρόνια ιστορίας. Η «Φειδάς» παράγει κατά μέσο όρο περί τα 1.700 ζευγάρια παπούτσια την ημέρα.

Ο Γεράσιμος, που εργάζεται πάνω από 20 χρόνια ως υποδηματοποιός-γαζωτής, έμαθε τη δουλειά από 15 χρόνων, μαθητεύοντας πλάι σε μεγαλύτερους μάστορες.

«Σήμερα πού θα τη μάθουν οι νεότεροι τη δουλειά; Απλά δεν υπάρχει κανείς να τους τη διδάξει». Η ειδικότητα του γαζωτή, ή αλλιώς του «μηχανικού φοντιών» (φόντι είναι το δερμάτινο πάνω μέρος του παπουτσιού), θεωρείται η πιο απαιτητική στην αλυσίδα της παραγωγής του παπουτσιού.

Σήμερα στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου στις Αχαρνές εργάζονται 128 εργαζόμενοι, από 220 που ήταν το 2010, ενώ οι μηχανές δεν δουλεύουν κάθε μέρα, αλλά «όταν έχουμε παραγγελίες».


Η αειθαλής Μίνα Φειδά-Νταή, η οποία εξακολουθεί εδώ και δεκαετίες να κρατάει τα ηνία του ομίλου που κληρονόμησε από τον πατέρα της | Βασίλης Μαθιουδάκης

«Είμαστε οι leaders της ελληνικής αγοράς και σας το λέω με ντροπή, όχι με καμάρι», μας λέει η αειθαλής Μίνα Φειδά-Νταή, που εξακολουθεί εδώ και δεκαετίες να κρατάει τα ηνία του ομίλου που κληρονόμησε από τον πατέρα της.

«Οταν κάναμε τα εγκαίνια του καινούργιου εργοστασίου εν μέσω κρίσης, το 2010, δεν φανταστήκαμε αυτό που θα αντιμετωπίσουμε. Εχω βιώσει πολλές κρίσεις. Η πρώτη ήταν όταν είπαμε "όχι" στην πρόταση εξαγοράς από τη γερμανική εταιρεία Zalamander στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ηξερα ότι αν μας εξαγοράσουν οι Γερμανοί, μπορεί να επωφελούμασταν βραχυπρόθεσμα, αλλά θα ήταν πλήγμα για την ελληνική παραγωγή... Την επόμενη κιόλας μέρα από την άρνησή μας, ακύρωσαν όλες τις παραγγελίες».

Το επόμενο μεγάλο πλήγμα που βίωσε η υποδηματοποιία «Φειδάς» ήταν με την πτώση της ΕΣΣΔ, καθώς το ελληνικό παπούτσι μονοπωλούσε σχεδόν τις εξαγωγές στη ρωσική αγορά.

«Ομως και από τις δύο αυτές κρίσεις επιβιώσαμε. Αυτή εδώ η κρίση μού φαίνεται η πιο φοβερή γιατί δεν λέει να τελειώσει...», μας λέει η εργοστασιάρχης, κόρη αντάρτισσας του ΕΛΑΣ, που έχει την προτομή της μητέρας της στον προθάλαμο του εργοστασίου με το σύνθημα: «Αντίσταση στην Αντίδραση».

«Το λάθος που κάναμε όλοι οι Ελληνες υποδηματοποιοί είναι ότι επαναπαυτήκαμε στις επιδοτήσεις. Δεν τις χρησιμοποιήσαμε για επενδύσεις, αλλά για να πουλάμε φτηνά, γιατί πιστεύαμε ότι θα τα πάρουμε από το κράτος. Ετσι κερδίσαμε την εξωτερική αγορά, όχι επειδή ήμασταν καλύτεροι, αλλά επειδή ήμασταν πιο φτηνοί. Τώρα συνειδητοποιούμε ότι το δυνατό μας χαρτί είναι η ποιότητα, αλλά οι πόρτες για επενδύσεις είναι κλειστές».
Οταν το πατούμενο ήταν επιδοτούμενο

Στα μέσα της δεκαετίας του '80 διακόπηκαν οι επιδοτήσεις των εξαγωγών, ενώ παράλληλα απελευθερώθηκαν οι εισαγωγές με την κατάργηση των δασμών και το ελληνικό παπούτσι έπαψε να μονοπωλεί την ντόπια αγορά

Ως τη δεκαετία του ’80 η έκφραση «παπούτσι από τον τόπο σου» δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά κυριολεξία. Το ελληνικό παπούτσι κάλυπτε όλη την εσωτερική κατανάλωση με 45 εκατομμύρια ζευγάρια ετησίως, ενώ περίπου άλλα 16 με 17 εκατομμύρια ζευγάρια διοχετεύονταν στο εξωτερικό.

«Ακριβώς επειδή η υποδηματοποιία ήταν κορυφαίος εξαγωγικός κλάδος, γι’ αυτό είχαμε υψηλές επιδοτήσεις, 40%. Δηλαδή, αν έκοβες στην Ελλάδα π.χ. 1 εκατομμύριο δρχ. τιμολόγιο από εξαγωγές, πήγαινες με το κόκκινο χαρτί στην Τράπεζα της Ελλάδος και εισέπραττες άλλες 400.000 δρχ. Αυτό σε μεγάλο βαθμό γινόταν γιατί το παπούτσι έχει εργατικό κόστος 65%, σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής, μαζί με το εργατικό κόστος των πρώτων υλών.

»Στατιστικά το παπούτσι περνάει 79 φορές από το ανθρώπινο χέρι – δεν μιλάμε βέβαια για το πλαστικοποιημένο παπούτσι, αλλά το δερμάτινο. Οχι μόνο το χειροποίητο, αλλά ακόμα και αυτό που φτιάχνεται σε βιομηχανίες θα περάσει τουλάχιστον 50 φορές από ανθρώπινο χέρι. Ενα πολύ καλό παπούτσι θα περάσει ώς και 100 φορές.

»Γι’ αυτό και ήταν πάντα προστατευόμενο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη. Οπως ενδιαφέρει σήμερα το παπούτσι τις φτωχές χώρες. Εδινε δουλειά στον κόσμο και μπορεί να δώσει και σήμερα» μας λέει ο Δημήτρης Παλιοκώστας, επίτιμος πρόεδρος του ΕΛΣΕΒΒΥΕ.



Η πορεία της ελληνικής υποδηματοποιίας ακολούθησε τον κανόνα που θέλει τους παραγωγικούς κλάδους να συρρικνώνονται, ακόμα και στα καταναλωτικά προϊόντα, για να φτάσουμε σήμερα στο στερεότυπο όσο και αναληθές απόφθεγμα «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα».

Οι επιδοτήσεις των εξαγωγών διακόπηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, παράλληλα απελευθερώθηκαν οι εισαγωγές με την κατάργηση των δασμών και το ελληνικό παπούτσι έπαψε να μονοπωλεί την ντόπια αγορά.

Σύντομα η παγκοσμιοποίηση της αγοράς χτύπησε συνολικά την Ευρώπη, που πλημμύρισε από φτηνά, εισαγόμενα παπούτσια, στην πλειονότητά τους από ασιατικές αγορές, με την Κίνα να αναδεικνύεται σε κυρίαρχη δύναμη και σε αυτόν τον τομέα:

«Πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Από τα 19 δισεκατομμύρια παπούτσια που παράγονται παγκοσμίως τα 14,5 παράγονται στην Κίνα».


Βασίλης Μαθιουδάκης

Πώς όμως μπορεί να ανταγωνιστεί το ποιοτικό δερμάτινο παπούτσι το φτηνό κινέζικο των 5, 10 και 15 ευρώ; Κι εδώ ισχύει ο κανόνας, όποιος αγοράζει φτηνά, το πληρώνει ακριβά:

«Κατ' αρχάς από ένα κακής ποιότητας παπούτσι μπορεί να προκύψουν πολύ σοβαρά μυοσκελετικά και ορθοπεδικά προβλήματα. Δεύτερον, τα υλικά ενός φτηνού, συνήθως πλαστικού παπουτσιού, ακόμα και τα χρώματα, οι κόλλες και οι βαφές ενδέχεται να είναι τοξικές και ακατάλληλες για το ανθρώπινο πόδι, καθώς περιέχουν ώς και καρκινογόνες ουσίες.

»Τέλος, το φτηνό παπούτσι θα κρατήσει λίγους μήνες στην καλύτερη περίπτωση, ενώ το ποιοτικό ακριβό παπούτσι θα κάνει "απόσβεση" στα χρήματά του, καθώς με την κατάλληλη συντήρηση θα κρατήσει χρόνια, σε καλή κατάσταση».

Η έκφραση «κλάδος έντασης εργασίας» μοιάζει να φτιάχτηκε κατ' εξοχήν για τα παπούτσια, που όσο και αν έχει βιομηχανοποιηθεί η παραγωγή τους, εξακολουθούν να απαιτούν υψηλές δεξιότητες και μακροχρόνια εξειδίκευση:

«Για να πάρεις μια ανειδίκευτη εργάτρια και να την εκπαιδεύσεις ως γαζώτρια υφαντουργίας θέλεις περίπου 3 μήνες. Για να πάρεις έναν ανειδίκευτο εργάτη και να τον κάνεις βιομηχανικό εργάτη υποδηματοποιίας, θες τουλάχιστον τρία χρόνια», μας λένε οι εργοδότες της υποδηματοποιίας.

«Ασε που αν θες να τον κάνεις γαζωτή, μπορεί να εκπαιδεύεται ακόμα και 15 χρόνια και να μην τελειοποιηθεί...»
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top