Συντάκτης: 


Τρεις μεγάλες παγίδες κρύβει το πόρισμα της Επιτροπής Σοφών για τις εργασιακές σχέσεις… Τρεις παγίδες που κρύβουν βόμβες εναντίον του κόσμου της μισθωτής εργασίας…

Τώρα είναι στο χέρι του υπουργού Εργασίας και διαπραγματευτή από την ελληνική πλευρά να απασφαλίσει προς όφελος των εργαζομένων αυτές τις βόμβες μέσα από τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές για τις επικείμενες αλλαγές στα τρία μεγάλα μέτωπα των εργασιακών σχέσεων (ομαδικές απολύσεις, συνδικαλιστικός νόμος και συλλογικές διαπραγματεύσεις)… Σε κάθε περίπτωση πάντως και σε γενικές γραμμές το πόρισμα της Επιτροπής βοηθά πολύ την ελληνική γραμμή για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις.

Σύμφωνα με τις συστάσεις λοιπόν του πορίσματος, οι «σοφοί» που θα έβρισκαν και θα υποδείκνυαν τις βέλτιστες πρακτικές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος προκειμένου αυτές να ενσωματωθούν στο ελληνικό σύστημα ανοίγουν τρία μεγάλα θέματα, που αν περάσουν σύμφωνα με τις προτάσεις τους, τότε θα δημιουργήσουν θέματα αιχμής κυρίως στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Τα τρία σημεία

Το πρώτο θέμα είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή Σοφών θέτει ξανά το ζήτημα της διαιτησίας, ανοίγοντας τη συζήτηση για τη μονομερή προσφυγή στον θεσμό. Μπορεί να φαίνεται ήσσονος σημασίας, αλλά χωρίς διαιτησία και δη δικαίωμα μονομερούς προσφυγής, στην πράξη δεν υφίστανται συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Συγκεκριμένα στην υπ’ αριθ. 10 σύστασή της η Επιτροπή προτρέπει να προτιμηθεί σε περίπτωση μη συμφωνίας για την υπογραφή συλλογικής σύμβασης η διαδικασία που προβλέπει συμφωνία των δύο πλευρών για προσφυγή στον θεσμό της διαιτησίας. Μάλιστα το συγκεκριμένο θέμα φέρει και τη σφραγίδα της ομοφωνίας των «σοφών», αφού γι’ αυτούς «η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία θα πρέπει να θεωρείται έσχατο μέσο, αφού καταδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης».

Πάντως η Επιτροπή καταλήγει ότι το σύστημα διαιτησίας τροποποιήθηκε πρόσφατα (σ.σ. το 2014 με τον 4303/2014 και μετά την 2307/2014 απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε μη συμβατές με το σύνταγμα τις διατάξεις που είχαν θεσπιστεί με την ΠΥΣ 6/2012, οι οποίες είχαν αφαιρέσει τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας) και θα πρέπει να αξιολογηθεί μέχρι το 2018 προκειμένου να εκτιμηθεί ο ρόλος της διαιτησίας στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Το δεύτερο σημείο αφορά την επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων. Σύμφωνα με τα μέλη της Επιτροπής, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα τέτοιο σύστημα που θα επιτρέπει τον αξιόπιστο έλεγχο του ποσοστού των εργαζομένων που αντιπροσωπεύεται στη διαπραγματευτική μονάδα. Σύμφωνα με το πόρισμα «οι συλλογικές συμβάσεις θεωρούνται αντιπροσωπευτικές εφόσον καλύπτουν το 50% των εργαζομένων της διαπραγματευτικής μονάδας του κλάδου/επαγγέλματος».

Πάντως η πλειοψηφία των «σοφών» (δηλαδή οι 5 από τους 8) προτείνει να υπάρξει δυνατότητα επέκτασης, σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων στην αντίστοιχη αγορά εργασίας (υψηλός κύκλος εργασιών, υψηλό ποσοστό χαμηλόμισθων, στρέβλωση ανταγωνισμού), καθώς και σε περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος (π.χ. εισαγωγή συστήματος μαθητείας).

Το πρόβλημα βέβαια βρίσκεται στην αντιπροσώπευση των εργαζομένων. Ετσι, και δεδομένης της πολύ μικρής συμμετοχής των Ελλήνων εργαζομένων στα συνδικάτα, αυτό που προκύπτει είναι ότι αν περάσει ένα σύστημα αντιπροσώπευσης με βάση τον αριθμό των εγγεγραμμένων μελών στη συνδικαλιστική οργάνωση που διαπραγματεύεται, τότε η όποια συλλογική σύμβαση υπογραφεί θα αφορά έναν πολύ μικρό αριθμό προσώπων (αφού ακόμη και η ΓΣΕΕ δεν πιάνει το 50% αντιπροσώπευσης που προτείνουν οι «σοφοί»).

Το τρίτο μεγάλο θέμα αφορά τις ομαδικές απολύσεις, με τους «σοφούς» να θέτουν εμμέσως μεν πλην σαφώς ακόμη και θέμα μηδενικού ωραρίου (δηλαδή, αντί να γίνουν ομαδικές απολύσεις, θα θεσπιστεί εργασία μειωμένου ωραρίου που να μπορεί να αποτρέψει τις ομαδικές απολύσεις). Μάλιστα προτείνεται η εργασία μειωμένου ωραρίου να πρέπει να είναι ευέλικτη βάσει των υπαρχουσών αναγκών της επιχείρησης και ο εργαζόμενος να λαμβάνει επίδομα ανεργίας από το Δημόσιο ή το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για τις ώρες που δεν μπόρεσε να εργαστεί (άρα μηδενικό ωράριο με το κόστος να μετακυλίεται στο κράτος).

Κατά τα λοιπά με βάση τις συστάσεις τους οι «σοφοί» θεωρούν ότι:
Δεν υφίσταται ανάγκη για αυστηρότερους κανόνες σχετικά με την απεργία.
Δεν υπάρχει κάποιος επείγων λόγος για άρση της απαγόρευσης της ανταπεργίας (lockout).
Στην περίπτωση των ομαδικών απολύσεων θα πρέπει να σχεδιαστεί ένα κοινωνικό πλάνο που θα παρέχει αποζημίωση στους εργαζόμενους οι οποίοι ενδεχομένως θα μείνουν άνεργοι για αβέβαιο χρονικό διάστημα. Θα πρέπει να παρέχεται επανεκπαίδευση στους εργαζόμενους που απολύονται προκειμένου να ενισχυθούν οι πιθανότητες εύρεσης εργασίας.
Στέκονται υπέρ της άποψης ότι το ισχύον σύστημα έγκρισης του σχεδίου απολύσεων θα μπορούσε να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί από ένα άλλο σύστημα εκ των προτέρων έγκρισης. Πάντως, αυτό διευκρινίζουν ότι θα πρέπει να συζητηθεί μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης που θα κρίνει το ισχύον σύστημα της προληπτικής διοικητικής έγκρισης (ο εισηγητής έχει αποφανθεί ότι αντίκειται στους ευρωπαϊκούς κανόνες).
Σε σχέση με τον κατώτατο μισθό, η πλειοψηφία των «σοφών» (οι 5 στους 8) προτείνει τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, κατόπιν διαβουλεύσεων με ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, μέσω εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας με καθολική εφαρμογή, ενώ οι υπόλοιποι τρεις προτείνουν τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Επίσης οι απόψεις διίστανται εντός της Επιτροπής και σε σχέση με τον κατώτατο μισθό των νέων, αφού η πλειοψηφία προτείνει την αντικατάσταση του κατώτατου μισθού των νέων από έναν μειωμένο κατώτατο μισθό βάσει εργασιακής εμπειρίας με ανώτατη διάρκεια τα δύο έτη (προτείνεται διετής περίοδος αξιολόγησής του), ενώ οι υπόλοιποι προτείνουν τη διατήρηση του κατώτατου μισθού των νέων με τα ισχύοντα ηλικιακά όρια.
Διχογνωμία υφίσταται και στο θέμα της αρχής της εύνοιας, όπου η πλειοψηφία (6 στους 8) θεωρεί ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας χαμηλότερου επιπέδου δεν μπορεί να αποκλίνουν επί τα χείρω από τις εθνικές/κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, εκτός κι αν οι κοινωνικοί εταίροι προβλέπουν ρήτρες για συγκεκριμένα ζητήματα, οι οποίες επιτρέπουν προσωρινές αποκλίσεις σε περιπτώσεις επειγουσών οικονομικών/χρηματοοικονομικών αναγκών των επιχειρήσεων. Οι υπόλοιποι δύο θεωρούν πως η μισθολογική ευελιξία στο μικρο-επίπεδο είναι σημαντική. Συνεπώς, η ιεραρχία των συλλογικών διαπραγματεύσεων πρέπει να διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, όπου συμβάσεις που συνάπτονται σε επιχειρησιακό επίπεδο, εγγύτερα των εμπλεκόμενων εργαζομένων και επιχειρήσεων, υπερισχύουν συμβάσεων που συνάπτονται σε κλαδικό/ομοιοεπαγγελματικό/εθνικό επίπεδο.
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top