συνέχεια από το 1ο μέρος

Γράφει ο Σαράντος Καργάκος

Διάβασα προ ημερών σε μια μεγαλοφυλλάδα των Αθηνών, που υπηρέτησε δουλικά τόσο τις γερμανικές αρχές Κατοχής όσο και το χουντικό καθεστώς, ότι δεν αξίζει να πεθάνει κανείς για ένα πατριωτικό ιδανικό. Έστειλα μια επιστολή, που φυσικά δεν δημοσιεύτηκε και ο λόγος είναι απλός. Έγραψα:

«Το χειρότερο είναι πως τίποτε δεν αξίζει όταν κανείς ζει χωρίς αυτό. Και πως ακόμη πιο αισχρό είναι το να ζει κανείς για το νέο ιδανικό, για την καινούργια μεγάλη ιδέα, την έκτη δόση του δανείου. Εμείς που μέχρι πρόσφατα είμαστε η ψυχή της υφηλίου ζούμε με ξένα ψίχουλα και με δανεική ψυχή».

Μας είπαν ψέματα πολλά, μας είπαν ψέματα αισχρά. Μας είπαν πως μπαίνοντας στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνουμε Ευρωπαίοι. Λες και πριν ήμαστε Ασιάτες και Αφρικανοί. Και τελικά εγίναμε χειρότεροι από αυτούς, όταν μπήκαμε στον ευρωπαϊκό λάκκο των εχιδνών. Διότι δεν μπήκαμε στην Ευρώπη του Γκαίτε, μπήκαμε στην Ευρώπη του Γκαίμπελς. Δεν μπήκαμε στην Ευρώπη του Σαίξπηρ, μπήκαμε στην Ευρώπη του Χάρντιγκ που έπνιξε σαν τα τσιχλόπουλα τα Κυπριωτόπουλα.

Δεν με διακρίνει πάθος κανένα κατά των Ευρωπαίων. Διδακτική μου αρχή ήταν μια φράση του Σαίξπηρ: «Μια καλή πράξη σ’ ένα βρόμικο κόσμο». Αυτό κατά την ταπεινή μου αντίληψη, είναι πηγή ευτυχίας για τη ζωή. Μετρήστε τις καλές πράξεις των Βρεττανών. Την εποχή, όπου ο Σαίξπηρ έγραφε αυτά τα υπέροχα, ο σερ Φίλιπ Σίντνεϋ, που είχε τη φήμη του τελειότερου ιππότη και που συνέθετε σαν άγγελος ποίηση και μουσική μαζί με τον σερ Γουώλτερ Ράλεϋ, μάζευαν κάμποσους Ιρλανδούς σε κάποιο βολικό μέρος και τους κατακρεουργούσαν σαν σφαχτάρια.

Είμαι υποχρεωμένος να τα πω αυτά διότι φοβάμαι τον κακό καιρό. Και δεν το εννοώ κλιματολογικώς. Εδώ που καταντήσαμε, βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου. Τίθεται πλέον θέμα εθνικής –και όχι μόνον- επιβιώσεως. Μαζί με τις ναρκωτικές ιδέες η νεολαία μας πλήττεται και από τις ναρκωτικές ουσίες. «Μαστουρωμένη» χορεύει ένα νέο χορό του Ζαλόγγου που δεν έχει τίποτε ηρωικό. Ό, τι έχει είναι ταπεινωτικό και εξευτελιστικό.

Κάποτε ακούγαμε από τα στόματα των νέων την Ιψενική κραυγή:«Δώσ’ τε μου ένα ζευγάρι, μεταχειρισμένα –έστω- ιδανικά».Τώρα ακούμε: «Δώσ’ τε μου ένα δεκάευρο για να πάρω τη δόση μου». Τα παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, που τραγούδησε κάποτε η Βέμπο, αγοράζουν το θάνατό τους. Και μαζί τους πεθαίνει και η έννοια Ελλάς.

Την πιο βαθειά πληγή της ζωής μου εισέπραξα, όταν σ’ έναν τοίχο των Εξαρχείων διάβασα ένα γκράφιτι: «Έλληνας δεν γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι• καταντάς»!

Δεν λέω, καλές είναι οι προοδευτικές ιδέες, οι τολμηρές και οι καινοτόμες αντιλήψεις, οι νέες θεωρίες αλλά πρέπει τουλάχιστον να μείνεις ζωντανός για να τις εφαρμόσεις.

Σήμερα, καθώς περνώ από τα κέντρα όπου προσφέρεται η μεθαδόνη ή από κάποια σημεία –πολύ κεντρικά- των Αθηνών και του Πειραιά, θαρρώ πως βλέπω τον «Χορό των Σκελετών» που ζωγράφισε ο μεσαιωνικός ζωγράφος Macaber, από το όνομα του οποίου βγήκε η λέξη μακάβριος. Δεν θα προσθέσω τίποτε καινούργιο. Το έχω γράψει σε βιβλία μου διδακτικά που εκδόθηκαν προ 35ετίας. Πρόκειται για μια κουβέντα που είχε πει ένας μεγαλέμπορος ναρκωτικών από τη Μασσαλία: «Η πολιτική πρέπει να συνεργασθεί με τη χημεία». Και τώρα συνεργάζονται με θαυμαστή αρμονία, με θαυμαστά αποτελέσματα και – το κυριότερο- με θαυμαστά κέρδη. Έκαναν τη νεολαία ανίκανη ακόμη και για να επαναστατήσει. Αυτά που γίνονται επί μία εξαετία στην Αθήνα δεν είναι επαναστατικές εκρήξεις• είναι προοίμιο ενός νέου εμφυλίου σπαραγμού. Η κρίση, οικονομική και διανοητική – έφερε την ακρισία, έφερε το φθόνο και την κακία, με αποτέλεσμα ο ένας Έλληνας να μισεί τον άλλο- κι όχι πια για λόγους ιδεολογίας.

Βρισκόμαστε σε τέλεια σύγχυση. Είμαστε σαν τον ναυαγό τη νύχτα που αντί να κολυμπά προς την ξηρά κατευθύνεται απυξίδωτος προς τα βαθύτερα νερά.

Δεν λέω πως είμαστε αβοήθητοι στον παρόντα καιρό. Δεν έχει περάσει χρόνος πολύς που δύο Γάλλοι καθηγητές του πανεπιστημίου του Μετς, οι Τιερί Φορμέ και Μαρτέν Στεφένς, έγραψαν στην εφημερίδα «Φιγκαρό» τα ακόλουθα συγκινητικά:

«Μιλάμε διαρκώς για το ελληνικό χρέος. Χωρίς να επισημάνουμε ότι η Ευρώπη είναι αυτή που εδώ και 2.500 χρόνια έχει ένα χρέος προς την Ελλάδα. Ένα χρέος αιώνιο, αφού αφορά τα θεμέλιά της».

Αυτό που δεν κατανοούν ίσως οι Γάλλοι καθηγητές είναι πως αυτά τα θεμέλια θέλουν να υπονομεύσουν αυτοί που ξεθεμέλιωσαν πρώτα πνευματικά και μετά οικονομικά με τα κάθε λογής «τσιράκια» τους την Ελλάδα. Δεν πρέπει οι Ευρωπαίοι του αύριο να έχουν ως ηθικό και πνευματικό πρότυπο τον Έλληνα άνθρωπο, αλλά τον κοντινό πρόγονό τους, τον Βάνδαλο άνθρωπο. Κι αυτός ο Βανδαλισμός, ως επαναστατική πράξη, εισάγεται και στην Ελλάδα.

Δεν θα πω ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ταγοί, αφού, χρόνια τώρα ο Ελληνισμός πολιτεύεται σε έγκλιση υποτακτική, δεν είναι απέναντί μας ανεκτικοί. Ούτε θα πω ότι δεν μας προσέφεραν στη συμφορά μας «τσάι και συμπάθεια». Θα πω απλώς ότι οι εκδηλώσεις συμπαθείας των εταίρων μας μοιάζουν με προσευχή χιτλερικού βασανιστή. Θα προσθέσω όμως ότι την αφορμή τη δώσαμε εμείς. Την οικτρή κατάσταση που δημιουργήσαμε την έχει περιγράψει με ενάργεια από το 2ο μ.Χ. αιώνα ο Λουκιανός με το έργο του «Μένιππος ή Νεκυομαν-τεία». Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος κατέρχεται στον κάτω κόσμο, ερωτάται από κάποιον Φιλωνίδη, τι γίνεται στον επάνω κόσμο. Κι ο Μένιππος με τέσσερις λέξεις εικονογραφεί τους τότε ανθρώπους και τους νυν:

«Αρπάζουσιν, επιορκούσι, τοκογλυφούσιν, οβολοστατούσιν».

Μετά τη ζοφερή εικόνα που σας έδωσα, εύλογα κανείς μπορεί να αναρωτηθεί αμλετικά: «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Θα απαντήσω: να ζει, αλλά να ζει ελληνικά. Δηλαδή ηρωικά. Πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στον εαυτό μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στο παρελθόν μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στην ιδέα του έθνους. Η πίστη στο έθνος μας στην κρίσιμη τούτη καμπή είναι ανάγκη ζωής. Όχι, όμως, καπηλεία του έθνους, όπως έγινε συχνά στο παρελθόν. Το έθνος ως προσφορά θυσίας θα φέρει την αυριανή σωτηρία. Όπως έγραψε τότε που μπαίναμε στην ΕΟΚ ένα από τα πιο φωτεινά ελληνικά μυαλά, ο Πάνος Καραβίας,

«για να γίνει το έθνος παλμός καρδιάς, ένα με το αίμα της νιότης μας, πρέπει πρώτα η νιότη μας (Σημ. Σ.Ι.Κ. εννοεί τη νεολαία) να πάει συνείδηση, να πεισθεί πως το έθνος και το εγώ είναι, για τον Έλληνα, έννοιες που δένονται η μια με την άλλη, και πως υπηρετώντας το έθνος πλαταίνεις οικουμενικά και πλουτίζεις σε βάθος το εγώ σου, δίνεις ομορφιά στη ζωή σου και γιομίζεις αγάπη για τον άνθρωπο. Κι εμείς οι Έλληνες είχαμε πάντα τόσο δυνατό το αίσθημα του έθνους, που το ταυτίσαμε με τη θρησκεία και τη φυλή μας – πράγμα σπάνιο, σπανιότατο, αν όχι άγνωστο σ’ άλλα έθνη- σε μια τρισυπόστατη φλόγα».

Θεωρώ επιτακτικό, διότι, κατά τον Θουκυδίδη, «οἱ καιροί ου μενετοί»,να ξαναγυρίσουμε στον ελληνισμό μας, στις αξίες που μας έθρεψαν αιώνες τώρα επί ζωής.

Η ιστορική μας μοίρα είναι συνυφασμένη με τη γεωγραφική μας θέση, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενους και αρπακτικούς ιμπεριαλισμούς.

Κάποτε μας ήθελαν για τη γεωπολιτική μας θέση. Τώρα μας θέλουν διότι στην απέραντη θαλάσσια έκτασή μας υπάρχουν πλήθη θησαυρών. Οι κάθε λογής Αλή Μπαμπάδες με τους 40 κλέφτες τους κτυπούν την πόρτα μας. Ας μην την ανοίξουμε ακούγοντας τη φράση «σουσάμι άνοιξε». Διότι ίσως ανοίξουμε για μια ακόμη φορά τον ασκό του Αιόλου.

Δεν θα πω ότι έλειψε ποτέ η αγάπη για την Ελλάδα. Αλλά οι τωρινοί των μεγάλων δυνάμεων πολιτικοί, καθότι λεπτοστόμαχοι, αγαπούν την Ελλάδα, όπως αγαπά ο κανίβαλος το θύμα του με… σάλτσα! Ας πάψουμε κάποτε να είμαστε, όπως λέει ο Σολωμός, ένας λαός «πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος». Το 1945 ο φίλος και συμπατριώτης μου ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είχε γράψει:

"Μή γελαστεῖτε απ’ τόν καημό σας καί σας πάρει ο ύπνος γιατί καινούργια σύννεφα πλακώσαν τήν πατρίδα! Μαύρα στριφτοπλεγμένα σύννεφα κρέμωνται σάν μολύβια πάνω απ’ τά σπίτια μας, πάνω απ’ τούς τάφους των παιδιών μας!"

Σε λίγο άρχισε ο «βροτολοιγός», ο «οκρυόεις ἐπιδήμιος πόλεμος», όπως τον λέει ο Όμηρος. Κι έτσι δεν μοιραστήκαμε μαζί τη νίκη, όπως μας είχε υποσχεθεί ασύστολα ψευδόμενος ο Τσώρτσιλ, όταν χρειαζόταν το αίμα μας. Και μετά ήλθαν προστάτες οι Αμερικάνοι που άπλωσαν την προστατευτική τους αιγίδα ως την ακρότατη ελληνική θαλάσσια έπαλξη, τη μεγαλόνησο Κύπρο. Τότε είναι που ο δικός σας σπουδαίος ποιητής, ο Θεοδόσης Πιερίδης, έγραψε, ήταν θυμάμαι το έτος 1956, την «Κυπριακή Συμφωνία».Συχνά το έχω πει: δεν πιστεύω στις αλήθειες των πολιτικών• πιστεύω στις αλήθειες των ποιητών. Οι αλήθειες των πολιτικών είναι φτερά στον άνεμο. Οι αλήθειες των ποιητών είναι τα «ριζιμιά χαράκια» των λαών. Ας ακούσουμε λοιπόν τέσσερις στίχους του Θεοδόση Πιερίδη:

«Στης Μεσόγειος τί θέτε τή γλυκιά γαλανάδα;
Ἐμεῖς εἴμαστε Κύπρος, ἐμεῖς εἴμαστε Ἑλλάδα!
Ὅθεν ήρθατε πάτε, φοβεροί Ἀμερικάνοι,
η πατρίδα σας εἶναι κάπου αλλού – καί σας φτάνει»!

Αμ δεν τους φτάνει! Γι’ αυτό ένα νέο αμερικανικό imperium δημιουργείται στη Μεσόγειο, το Μαγκρέμπ φλέγεται, η Συρία φλέγεται, το Ιράν τελεί υπό απειλή, το Ιράκ ποτίζεται καθημερινά μα αίμα, η Τουρκία αιματορροεί, η Ελλάς φυλλορροεί.

Τι χρειάζεται τούτη τη στιγμή ο Ελληνισμός; Έναν εθνικό συναγερμό που νε ενώνει σε μια αμφικτιονία αγάπης και αλληλεγγύης τους Έλληνες όλης της γης. Και τότε όχι μόνο θα βγούμε από τα οικονομικά αδιέξοδα, θα βγούμε και από την ηθική ασφυξία, από την πνευματική υπνηλία. Όχι, ο Ελληνισμός δεν βρίσκεται εν ναρκώσει, όπως λένε μερικοί• βρίσκεται απλώς εν υπνώσει. Καιρός να αφυπνιστούμε, να εργαστούμε και να προμηθευθούμε νερό πολύ, διότι όπως λέγει προφητικά άλλος ποιητής, ο Μιχάλης Κατσαρός, «το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία». Αν όμως είμαστε Προμηθείς και όχι Επιμηθείς, μπορούμε να κάνουμε το μέλλον των παιδιών μας πολύ δροσερό, πολύ φωτεινό.

πηγή
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top