Σαράντος Καργάκος



Σ Ε μια ἀπὸ τὶς ὡραιότερες περιπέτειες τοῦ Λούκυ Λούκ ποὺ μᾶς χἀρισαν ὁ Μορρὶς καὶ ὁ Οὐντερζὸ εἰκονίζεται ἕνας ὑπέρβαρος κακόσχημος τύπος ποὺ καταβροχθίζει ἕνα γιγάντιο φιλέτο γιὰ τὸν ὁποῖο γράφεται ἐπεξηγηματικὰ: «Παράγει κρέας, τρώει κρέας, εἶναι... κρέας». Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε γίνει οἱ πλέον ὑπέρβαροι καὶ κακόσχημοι κάτοικοι τῆς Εὐρώπης, ἐπειδὴ –παρὰ τὴν κρίση– τρῶμε τὸ περισσότερο κρέας, χωρὶς νὰ παράγουμε κρέας. Ἡ παρατήρηση αὐτὴ ἰσχύει βέβαια περισσότερο γιὰ τοὺς ἄνδρες, ποὺ οἱ πλεῖστοι –καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ παιδικὰ τους χρόνια– εἶναι χοντροπόδαροι. Καὶ εἶναι φυσικό, ὅταν σύμφωνα μὲ τὸν Προυντὸν, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι τρῶμε. Στὸ κάποτε ἐργατικὸ Λαύριο, ὅπου ζῶ τοὺς θερινοὺς μῆνες ἐπὶ μία 20ετία, μὲ ἔκπληξη παρατηρῶ ὅτι κατὰ τὴν τελευταία ἑξαετία τῆς μεγάλης κρίσης, λειτουργεῖ τὸ ἕνα σουβλατζίδικο (ἔστω ὀβελιστήριο) πλάι στὸ ἄλλο. Πνίγεται ἡ μεγάλη πλατεῖα, ἡ κάποτε ψαραγορὰ, ἡ προκυμαία ἀπὸ τὴν κνῖσα τῶν ψηνόμενων κρεάτων. Κάθε Σαββατοκύριακο σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα –κι ὄχι μόνο στὸ Λαύριο– προσφέρονται στὸ θεὸ τῆς γαστέρας ἑκατόμβες ἐπὶ ἑκατομβῶν. Ἑκατόμβη ὀνόμαζαν οἱ ἀρχαῖοι τὴ θυσία ἑκατὸ βοδιῶν.

Μπορεῖ νὰ λέμε ὅτι γίναμε δοῦλοι τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τράπεζας, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πρῶτοι εἴχαμε γίνει δοῦλοι τῆς κοιλιᾶς μας. Καλὰ ἐμεῖς ποὺ ζήσαμε τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφυλίου, ἀλλὰ οἱ πολύ μεταγενέστεροι, γιατὶ τόση μανία γιὰ τὴν κρεοφαγία; Γιατὶ τόση λιχνεία, δηλαδὴ λαιμαργία; Ὁ Αἴσωπος μὲ τὸν μῦθο τῶν «Μυιῶν» μᾶς διδάσκει τὸ σοφὸ: «Λιχνεία πολλῶν κακῶν αἰτία γίνεται». Μήπως γι’ αὐτὸ τὸν ἐξωπετάξαμε ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία γιὰ νὰ βάλουμε συνταγὲς μαγειρικῆς; Ὁ Ξενοφῶν στὸν «Οἰκονομικὸ» τπθ γρἀφει ὅτι ἡ λιχνεία, ἡ λαγνεία καὶ ἡ οἰνοφλυγία εἶναι «χαλεποὶ δεσπόται», δηλαδὴ δυσβάσταχτοι τύραννοι. Γι’ αὐτὸ συνιστοῦσε: οὔτε νηστικός οὔτε πολύ χορτασμένος νὰ περνᾶ τὴν ἡμέρα του ὁ ἄνθρωπος («Μήτε κενόν μήτε ἄγαν πλήρη διημερεύειν»). Καὶ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν κατανάλωση κρέατος και κρασιοῦ ὁ μέγας Πλούταρχος ὁ Χαιρωνεύς στὸ «Περί Εὐθυμίας» βιβλίο του γράφει: «Οἶνοι τε καὶ σαρκῶν ἐμφορήσεως σῶμα μὲν ἰσχυρὸν ποιοῦσι καὶ ρωμαλέον, ψυχὴν δ’ ἀσθενῆ». Δηλαδή, τὸ κρασί καὶ ἡ καταβρόχθιση κρεάτων μπορεῖ νὰ κάνουν τὸ σῶμα ρωμαλέο, κάνουν ὅμως τὴν ψυχὴ ἀσθενική. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μεγάλος ἱεράρχης Βασίλειος συμπλήρωσε: «Παχεῖα γαστήρ λεπτόν σύ τίκτει νόον» (Χοντρή κοιλία δὲν γεννᾶ λεπτὸ πνεῦμα). Ὁ δὲ Γυιός τῆς Καλογριᾶς, ὁ πάντα ἐπίκαιρος Καραϊσκάκης, ποὺ ἦταν σὰν τσίρος, ὀνόμαζε, ἴσως ἀπὸ ζήλια, κάθε εὐτραφῆ προύχοντα ἤ πολιτικό, «σαπιοκοιλιὰ».

Ὅλα τὰ παραπάνω διδακτικὰ δὲν στρέφονται κατὰ τῆς κρεοφαγίας, στρέφονται κυρίως κατὰ μιᾶς πολιτικῆς ποὺ ἀδυνάτισε περισσότερο κι ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκη τὴν ἑλληνικὴ κτηνοτροφία. Δικαίωμὰ μας νὰ τρῶμε ὅσο κρέας θέλουμε, ἀρκεῖ νὰ τὸ παράγουμε οἱ ἴδιοι. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁ ἰδεωδέστερος τόπος τῆς Εὐρώπης γιὰ τὴν ἀνάπτυξη κτηνοτροφίας. Κάποτε ἡ ὀροσειρὰ τῆς Πίνδου μᾶς χάριζε μιὰ σπάνια συναυλία ἀπὸ τοὺς ἤχους ποὺ ἔβγαζαν τὰ κουδούνια τῶν προβάτων καὶ τῶν κατσικιῶν. Ἡ ἄγονη Μάνη ἦταν γεμάτη « μπουζία», δηλαδή γουρούνια, ποὺ κατὰ τὴν τοπικὴ προφορὰ λέγονταν «Χιοῦροι». Τώρα καὶ στὴν Λακωνία οἱ «Χιοῦροι» εἶναι εἰσαγόμενοι. Μοῦ λένε κάποιοι εἰδήμονες, ὅταν ἀγανακτῶ: «Μόνον ἕνα 25% μᾶς ἐπιτρέπει ἡ «κομισιὸν» νὰ παράγουμε ἀπὸ τὸ κρέας ποὺ καταναλώνουμε». «Ἄν τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀληθὲς, ἄει στὸ διάολο...», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ μανιώδης κρεατοφάγος Γεώργιος Κονδύλης. Τὴν τελευταία λέξη του δὲν τὴν γράφω ἀπὸ αἰδημοσύνη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνη στοὺς εἰδήμονες, κατέφυγα στὶς γνώσεις λογίου φίλου μου κρεοπώλη καὶ αὐτὸς μὲ διαβεβαίωσε ὅτι μόνον ἕνα 18-20% ἀπὸ τὸ κρέας ποὺ καταναλώνουμε εἶναι ἑλληνικό. Τὸ λοιπὸ 7 ἕως 5% τὸ κρατοῦν οἱ κτηνοτρόφοι γιὰ τὸν ἑαυτό τους, γιὰ τοὺς φίλους τους και γιὰ τοὺς πάρα πολύ δικοὺς τους. Τὶ δέον γενέσθαι; Ἀνταρσία. Νὰ ἀντιλαλήσουν ξανὰ οἱ πλαγιὲς ἀπὸ ἤχους κουδουνιῶν καὶ βελάσματα κοπαδιῶν. Κάθε κορφὴ καὶ πρόβατο, κάθε κλαδί μοσχάρι. Ἔτσι θὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὸ πεδύκλωμα τῶν δανεικῶν.


www.sarantoskargakos.gr
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top