Οι ιστορικές εξελίξεις τελικά καθορίζονται από μια σειρά αντικειμενικών δεδομένων, που ενίοτε επηρεάζονται δραματικά από απρόβλεπτα γεγονότα και καταστάσεις. 
Οι εξελίξεις στις αρχές του 1919 σχετικά με τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία ήταν ευνοϊκές. Ήδη ο Βενιζέλος με τη ρητορική του δεινότητα και την πειστική του επιχειρηματολογία ανέπτυξε τις ελληνικές θέσεις μπροστά στο Ανώτατο Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της 21ης Ιανουαρίου και της 4ης Φεβρουαρίου του 1919. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των Ιταλών, που θεωρούσαν ότι το Μικρασιατικό είχε λυθεί προς όφελός τους στη Συνθήκη του Λονδίνου το 1915, αλλά και τις αμερικανικές αντιρρήσεις, μια σειρά συμβάντων που κορυφώθηκαν με την κίνηση της Ιταλίας να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα καταλαμβάνοντας τη Σμύρνη, προσέφεραν στην Ελλάδα μια μοναδική ευκαιρία να καταλάβει εκείνη τη Σμύρνη κατόπιν παροτρύνσεώς της από τις Μεγάλες Δυνάμεις, την Αγγλία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Έτσι, παρουσιάστηκε μια μοναδική ευκαιρία, η οποία επιπλέον ταίριαζε απόλυτα με την εμμονή του Βενιζέλου να προσαρτήσει τη Σμύρνη. Εδώ να τονίσουμε ότι πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο η πολιτική του Βενιζέλου που είχε στόχο την επέκταση του νεοελληνικού κράτους στη Μικρά Ασία, πέρα από τις ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν τελικά μια σωστή πολιτική επιλογή. 

Στο σημείο αυτό καλό είναι να τονίσουμε επίσης ότι έγκαιρα ο Ιωάννης Μεταξάς είχε διατυπώσει σε όλους τους τόνους μια διαφορετική άποψη, η οποία βασιζόταν στη σωστή εκτίμηση της γεωγραφικής διαμόρφωσης της Δυτικής Μικράς Ασίας που καθιστούσε ιδιαιτέρα δύσκολη τη χάραξη «φυσικών» συνόρων. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα το ότι δεν θα μπορούσε κανείς να προβάλει αποτελεσματική άμυνα. Από την άλλη, η Τουρκία δεν θα δεχόταν ποτέ την απώλεια της Σμύρνης, πράγμα που σήμαινε ότι η πόλη θα αποτελούσε ένα μόνιμο σημείο τριβής, με άλλα λόγια θα αποτελούσε μια διαρκή εστία πολέμου, την οποία δεν θα άντεχε τελικά να αντιμετωπίσει η Ελλάδα. Εν τέλει, ο Μεταξάς ισχυριζόταν ότι μακροπρόθεσμα και πέρα από τις τότε ευνοϊκές συνθήκες κατάληψης της Σμύρνης, η πόλη δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί με κανέναν τρόπο υπό ελληνικό έλεγχο. Κατά τη γνώμη του, η Σμύρνη έπρεπε να διαγραφεί από τις απαιτήσεις της Ελλάδας. 

Επίσης, σχετικά με τη Σμύρνη, η σημασία της πόλης δεν είχε εκτιμηθεί σφαιρικά. Η οικονομική της ακμή και κατά συνέπεια η γενικότερη μεγαλοπρέπειά της οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο ότι το λιμάνι της αποτελούσε το κέντρο του εξωτερικού εμπορίου της Μικράς Ασίας. Αυτή η πόλη υπό ελληνική κυριαρχία θα ήταν ξεκομμένη από τη μικρασιατική ενδοχώρα, πράγμα που θα σήμαινε νομοτελειακά τον οικονομικό της μαρασμό. Έπειτα θα πρέπει να προστεθεί σε αυτό το γεγονός ότι η Τουρκία διέθετε τεράστια ακτογραμμή, με πολλές εναλλακτικές επιλογές λιμανιών, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί το εξωτερικό της εμπόριο και από άλλα λιμάνια. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η Σμύρνη υπό ελληνική διοίκηση θα κατέρρεε ως οικονομικό και πνευματικό κέντρο, και κατά συνέπεια ως ακμάζουσα πόλη-σημείο αναφοράς. 

Σε γενικές γραμμές, η Σμύρνη υπήρξε ένα απατηλό όνειρο, το οποίο πληρώθηκε πολύ δυσανάλογα σε σχέση με την πραγματική του αξία, παρά τις μυθικές διαστάσεις που έχει λάβει μέσα στο φαντασιακό του μέσου Έλληνα. Ήταν μια λάθος εμμονή του Ελευθερίου Βενιζέλου, η οποία επιπροσθέτως λειτούργησε ενδεχομένως ως ένας ανασταλτικός παράγοντας στο να δοθούν άλλες λύσεις και συνέτεινε στο να χαθούν πολύ πιο σοβαρές και ουσιαστικές περιπτώσεις όπως η Ανατολική Θράκη, η Βόρεια Ήπειρος, η Κύπρος και τότε τα Δωδεκάνησα. 

Από την άλλη, ο Βενιζέλος, δρώντας με βάση τα γεγονότα και τις τρέχουσες εξελίξεις, υπολόγιζε σωστά ότι στη συγκεκριμένη φάση η χώρα θα είχε τη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων όπως και την ισχυρή συμμαχία της μεγάλης Αρμενίας που επρόκειτο να δημιουργηθεί. Ήδη από το πρωί της 1ης Μαΐου 1019 κυκλοφορούσαν στην πόλη φήμες ότι θα καταφτάσουν συμμαχικά πλοία. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας αγήματα των Συμμάχων κατέλαβαν τα εξωτερικά φρούρια και το απόγευμα ο ανάστατος ελληνισμός της πόλης άκουσε από τον πλοίαρχο Μαρουδή το διάγγελμα του Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον λαό της Σμύρνης. 

«Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβει την Σμύρνην, ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αύτη ελήφθη, διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η Ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος…» (Γιώργος Θ. Μαυροκορδάτος, «1915 Ο Εθνικός Διχασμός», εκδ. Πατάκη).

Ο Βενιζέλος στις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν στη διεθνή πολιτική σκηνή σχετικά με τις εξελίξεις που είχαν δρομολογηθεί μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου «δεν υπήρξε ούτε λιγότερο διορατικός ούτε περισσότερο απερίσκεπτος από όλους τους άλλους ηγέτες – Μεγάλων Δυνάμεων και μικρότερων χωρών – που συνδιαμόρφωσαν μια νέα τάξη πραγμάτων σε βάρος των ηττημένων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου πιστεύοντας ότι αυτή θα είχε διάρκεια και αντοχή. Ποιος μπορούσε τάχα να προβλέψει τον Ιούνιο του 1919, όταν υπογραφόταν η συνθήκη των Βερσαλλιών, τη σωματική και ψυχική κατάρρευση του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον ύστερα από λίγους μήνες και τη συνακόλουθη αποτυχία του να εξασφαλίσει την έγκριση της συνθήκης από τη Γερουσία με την απαιτούμενη πλειοψηφία (2/3 των παρόντων). Η αποτυχία αυτή σήμανε την αναπάντεχη επιστροφή των ΗΠΑ στον απομονωτισμό και στέρησε τα κατεξοχήν δημιουργήματα του Ουίλσον από το ισχυρότερο έρεισμά τους. Ανάμεσά τους ήταν και η Αρμενία, που αφέθηκε αβοήθητη να διαμελιστεί μεταξύ Τουρκίας και Σοβιετικής Ένωσης ελάχιστους μήνες μετά τη Συνθήκη των Σεβρών. Έτσι όμως έλειψε η φυσική σύμμαχος της Ελλάδας, με αποτέλεσμα να τερματιστεί η περικύκλωση της Τουρκίας». 

Φυσικά ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να προβλέψει το αποτέλεσμα της αμερικανικής ψηφοφορίας στη Γερουσία και τις συνέπειές του, όπως κι ένα πλήθος άλλων αστάθμητων παραγόντων. Αυτό που οφείλουμε να τονίσουμε είναι πως η Σμύρνη υπήρξε, συμφώνα με την εύστοχη και έγκαιρη εκτίμηση του Μεταξά, ένας άστοχος ελληνικός στόχος.
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top