Η αναρρίχηση του Ιωάννη Μεταξά στον πρωθυπουργικό θώκο διέγειρε πλήθος αντιδράσεων (διέθετε μόνο επτά έδρες), αλλά τελικά τα κόμματα του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης. 
Τον Αύγουστο του 1936, επικαλούμενος την τεταμένη διεθνή κατάσταση (Αιθιοπία, Ισπανία) –που επέβαλλε, κατά τη γνώμη του, έγκαιρη στρατιωτική προπαρασκευή– και την επέκταση του κομμουνιστικού κινδύνου στο εσωτερικό της χώρας, διέλυσε, με τη συγκατάθεση του Γεωργίου, το κοινοβούλιο, ανέστειλε άρθρα του Συντάγματος αναφερόμενα κυρίως στις ατομικές ελευθερίες και κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο, εγκαθιστώντας το γνωστό ως καθεστώς της 4ης Αυγούστου.

ΕΙΝΑΙ αλήθεια, ότι ο Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη 1871 – Αθήνα 1941) αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της Ελληνικής Ιστορίας ουδείς το αρνείται. Και τούτο διότι άλλοι τον εξυμνούν (ακόμη και σήμερα υπάρχουν γέροντες που ορκίζονται στο όνομα του Ιωάννη Μεταξά, αφού τον έζησαν από κοντά) και άλλοι τον «στολίζουν» με διάφορα επίθετα όχι και τόσο κοσμητικά (φασίστας, δικτάτορας, τύραννος κλπ).

Με βλέμμα νηφάλιο, ήρεμο και προ πάντων ρεαλιστικό, ας προσεγγίσουμε τον άνθρωπο αυτό μέσα από τη ματιά διαφόρων ιστορικών, που θέλησαν να διερευνήσουν την προσωπικότητα ενός αμφιλεγόμενου ανδρός της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας, όπως του Ιωάννη Μεταξά και ας διαβάσουμε τι είχαμε γράψει πέρυσι την ίδια μέρα σε ένα άρθρο μας με τίτλο: "Ο Ιωάννης Μεταξάς απέναντι στην ιστορία!..":

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Ιωάννης Μεταξάς σπούδασε στην ελληνική Σχολή Ευελπίδων και στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου, ενώ συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς του 1912-13 ως αξιωματικός του Επιτελείου. Το 1915 διορίστηκε υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντικαθιστώντας προσωρινά στην αρχηγία τον Βίκτορα Δούσμανη. Σύντομα, ωστόσο, παραιτήθηκε από αυτή τη θέση, γιατί διαφώνησε με την πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου ως προς την ελληνική συμμετοχή στην επιχείρηση των Συμμάχων κατά των Δαρδανελίων, στην οποία εκείνος αντιτίθετο.

Ο Μεταξάς διαφωνούσε γενικότερα με την έξοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό των Δυνάμεων της Αντάντ, θεωρώντας απίθανο το ενδεχόμενο να ηττηθεί η Γερμανία. Ενδεικτική των πεποιθήσεών του είναι η παρακάτω δήλωση, η οποία περιλαμβάνεται στο Ημερολόγιό του (6 Μαΐου 1919): «Η ήττα της Γερμανίας, την οποία ουδέποτε ανέμενα, τα ανέτρεψεν όλα».

Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου (καλοκαίρι του 1917) ο Μεταξάς εξορίστηκε στην Κορσική (έως το 1920) αφού είχε άλλωστε εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή του στη γερμανόφιλη μερίδα, της οποίας προΐστατο ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος. Η γραμμή των κυβερνήσεων που ακολούθησαν την πτώση του Βενιζέλου (Νοέμβριος 1920) σχετικά με τη συνέχιση της μικρασιατικής εκστρατείας άφηνε παγερά αδιάφορο τον Μεταξά, ο οποίος προέβη στην ίδρυση του κόμματος των Ελευθεροφρόνων. Τα βασικά σημεία της πολιτικής του κόμματός του ήταν η απόλυτη εναντίωση στην επανάσταση του 1922 και η συμμετοχή στο αποτυχημένο κίνημα των στρατηγών Γαργαλίδη και Λεοναρδόπουλου.

Στη συνέχεια έφυγε για την Ιταλία, απ’ όπου επέστρεψε μετά την παραχώρηση αμνηστίας, δηλώνοντας ότι θα πολιτευθεί νομιμόφρονα πλέον και εντός των πλαισίων του δημοκρατικού πολιτεύματος.

«Θα ζήσωμεν πλέον ως άνθρωποι»!.. Μετά τις εκλογές του 1926 συνεργάστηκε στην οικουμενική κυβέρνηση και στις κυβερνήσεις συνασπισμού, ως υπουργός Συγκοινωνιών. Η αποτυχία του στις εκλογές του 1928 τον οδήγησαν στην απόφαση να εγκαταλείψει την πολιτική. Τότε τηλεγραφούσε στη γυναίκα του «θα ζήσωμεν πλέον ως άνθρωποι».

Με τις εκλογές του 1932 επανήλθε τελικά στο πολιτικό στερέωμα, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Τσαλδάρη. Τον Μάρτιο του 1936, στα πλαίσια της υπηρεσιακής κυβέρνησης Δεμερτζή, του ανατέθηκε το υπουργείο Στρατιωτικών και τον επόμενο μήνα, μετά τον ξαφνικό θάνατο του Δεμερτζή, ο βασιλιάς Γεώργιος τον διόρισε πρωθυπουργό.

Η 4η Αυγούστου. Η ανάρρησή του Ιωάννη Μεταξά στον πρωθυπουργικό θώκο διέγειρε πλήθος αντιδράσεων (διέθετε μόνο επτά έδρες), αλλά τελικά τα κόμματα του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης. Τον Αύγουστο του 1936, επικαλούμενος την τεταμένη διεθνή κατάσταση (Αιθιοπία, Ισπανία) –που επέβαλλε, κατά τη γνώμη του, έγκαιρη στρατιωτική προπαρασκευή– και την επέκταση του κομμουνιστικού κινδύνου στο εσωτερικό της χώρας, διέλυσε, με τη συγκατάθεση του Γεωργίου, το κοινοβούλιο, ανέστειλε άρθρα του Συντάγματος αναφερόμενα κυρίως στις ατομικές ελευθερίες και κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο, εγκαθιστώντας το γνωστό ως καθεστώς της 4ης Αυγούστου.

Η λύση της επιβολής του δικτατορικού καθεστώτος συζητείτο ήδη από το 1934, οπότε είχε αρχίσει να διαφαίνεται η αδυναμία της αστικής τάξης να προωθήσει λύσεις τόσο στο εσωτερικό επίπεδο όσο και στο εξωτερικό• άλλωστε κάτι παρόμοιο συνέβαινε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.


Ανάμεσα στους παράγοντες που συνέβαλαν στην εφαρμογή του νέου καθεστώτος ήταν οι ειδήσεις που έφθαναν στον Γεώργιο από το εξωτερικό, οι οποίες καθιστούσαν αναγκαία την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος, μέσω του οποίου θα διασφαλιζόταν η πολιτική σταθερότητα και το ομοιογενές στράτευμα, στοιχεία απαραίτητα για την αντιμετώπιση του επικείμενου πολέμου.

Αστυνομικό κράτος, αλλά και ισχυρή νεολαία. Βασικά χαρακτηριστικά της νέας πολιτικής κατάστασης ήταν η θέσπιση αστυνομικού κράτους, η οργάνωση της νεολαίας καθώς και η επιμελημένη προσπάθεια διάδοσης των ιδεών του καθεστώτος. Το 1937 ο Μεταξάς επιδιώκοντας να αποκτήσει λαϊκά ερείσματα, αλλά και να αμβλύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις προχώρησε στη θέσπιση του ΙΚΑ, αλλά και σε μια γενικότερη αναθεώρηση της εργατικής νομοθεσίας. Παράλληλα παρατηρείται μια μεταστροφή του πολιτικού προς την Αγγλία, γεγονός που συσχετιζόταν με την ευρύτερη μεταστροφή προς την ίδια κατεύθυνση της αντιβενιζελικής παράταξης.

Η αλλαγή στάσης στηριζόταν στο σκεπτικό ότι τόσο η Αγγλία όσο και η Γαλλία μπορούν να εγγυηθούν την εσωτερική ασφάλεια και σταθερότητα της χώρας. Απόλυτα αντίθετη με αυτό ήταν η βενιζελική παράταξη, γεγονός που ερμηνεύει την παταγώδη αποτυχία της πρότασης του Μεταξά να συναφθεί συμμαχία με την Αγγλία (Ιούνιος 1938).

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Μεταξάς ήταν ο αποδέκτης του ιταλικού τελεσιγράφου προς την Ελλάδα, το οποίο απέρριψε, τασσόμενος στο πλευρό των συμμάχων και στο σύνολο του ελληνικού λαού. Πέθανε λίγους μήνες αργότερα (29 Ιανουαρίου 1941) ενώ συνεχιζόταν ο πόλεμος και αφού είχε δηλώσει ότι θα αντιστεκόταν και σε περίπτωση γερμανικής εισβολής. Κι όπως έγραψε ο ίδιος: «Να υποταχθώμεν εις Χίτλερ; – Καλλίτερα να πεθάνωμεν…» !..

Με σεβασμό και τιμή

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ

 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top