Οκτώβριος 1944, η Αθήνα απελευθερώνεται, οι Ελληνες πανηγυρίζουν το τέλος της Κατοχής. Ο μεγάλος αριθμός μελετών και νέας ιστοριογραφίας, που ξαναβάζει στο τραπέζι του διαλόγου τον ελληνικό 20ό αιώνα, είναι ένα φαινόμενο που πρέπει να εξεταστεί. 
 
ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ


Η μεγαλύτερη άνεση με την οποία μιλάμε σήμερα για τον Εμφύλιο, τον Μεταξά ή τον Βενιζέλο, μπορεί να είναι σύμπτωμα της εποχής, αλλά μία τόσο προφανής ερμηνεία μάλλον υποτιμά το φαινόμενο. Γιατί, ο μεγάλος αριθμός μελετών, αναλύσεων και νέας ιστοριογραφίας που επί της ουσίας ξαναβάζει στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου τον ελληνικό 20ό αιώνα είναι ένα φαινόμενο με ρίζες και προοπτική. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα φαινόμενο εκ πρώτης όψεως «φυσιολογικό», όπως αυθόρμητα λέει ο ιστορικός Κώστας Κωστής, καθώς «τα θέματα είναι πιο πιασάρικα για τους εκδότες, ενώ ο 19ος αιώνας δύσκολα προκαλεί ενδιαφέρον». Και επιπλέον, υπάρχουν και «οι ευαισθησίες και ενδιαφέροντα της κοινής γνώμης», όπως επισημαίνει ο ιστορικός Σωτήρης Ριζάς. Ενδιαφέροντα που «συχνά εκδηλώνονται ως “πόλεμοι της μνήμης”, απρόβλεπτα και σφοδρά, με προνομιακό πεδίο την τηλεόραση και με την ακαδημαϊκή ιστορία συνήθως να ακολουθεί».

Η ανάγκη να ξανασταθεί κανείς απέναντι στα στερεότυπα που κληροδότησαν οι μεταπολεμικές δεκαετίες, εκπροσωπείται, εν πολλοίς, σε νέες σοδειές βιβλίων, που αφενός επανεισάγουν θέματα και αφετέρου τα ανανεώνουν με νέα ερμηνευτικά εργαλεία. Θα μπορούσε να πει κανείς, με σχετική ασφάλεια, ότι νέες γενιές ιστορικών, γεννημένων στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, συμπληρώνουν και διευρύνουν τον δημόσιο διάλογο που είχε αρχίσει η αμέσως προηγούμενη γενιά ιστορικών, γεννημένων στις δεκαετίες του 1940 και 1950. Δημιουργείται σταδιακά ένα νέο κύμα, που ενώ δεν έχει επί της ουσίας ούτε γραμμική τροχιά ούτε αναγκαστική αλληλουχία, δεν μπορεί παρά να εξεταστεί μέσα από το πρίσμα μιας νέας συγκυρίας.

«Πράγματι, την τελευταία 15ετία περίπου, έχουν εκδοθεί ποιοτικά ιστορικά έργα, που μεθοδολογικά και θεματικά έχουν πάει την ελληνική ιστορική επιστήμη πολλά βήματα παραπέρα», παρατηρεί ο ιστορικός Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης. «Και βεβαίως, η προσπάθεια για ποσοτική αλλά και ποιοτική αναβάθμιση της ελληνικής ιστοριογραφίας πρέπει να συνεχισθεί».

Πρόσφατα, ο εκδοτικός οίκος της «Εστίας» εγκαινίασε μία νέα ιστορική σειρά («Βασική Ιστορική Βιβλιοθήκη»), την οποία διευθύνουν ο Νίκος E. Καραπιδάκης και ο Κώστας Κωστής. Οι δύο πρώτοι τίτλοι - «Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά» του Σπ. Γ. Πλουμίδη και «Παρατάξεις και κόμματα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα» του Σωτήρη Ριζά – δείχνουν το εύρος της σειράς από την καρδιά του 20ού ως τις μέρες μας. Ο Σωτήρης Ριζάς έχει φθάσει ώς το 2015, καθώς επιχειρεί μία ερμηνευτική ανάγνωση του τοπίου των κομμάτων και των παρατάξεων πάνω σε μετακινούμενους και συμπιεζόμενους ιδεολογικούς άξονες.

«Η προσφορά τίτλων και άρα θεωρήσεων», σχολιάζει ο Νίκος Ε. Καραπιδάκης, «εμπλουτίζει εκ των πραγμάτων τις προβληματικές μας και διευρύνει τους ορίζοντες. Τα στερεότυπα –όσο κι αν επιμένουν– υποχωρούν και ελπίζουμε ότι θα επιτευχθεί αυτό στο οποίο στοχεύει η ιστορική επιστήμη σε μια δημοκρατική (και άρα ελεύθερη) κοινωνία: να μπορεί να διεξάγεται ένας διάλογος χωρίς προκαταλήψεις και συγκαλυμμένη βία, για τον τρόπο που συνθέτονται και αποσυνθέτονται οι κοινωνίες».

Αν πάει κανείς αρκετά πιο πίσω θα παρατηρήσει ότι μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, είχε αναζωπυρωθεί το λαϊκό ενδιαφέρον για τις «επανεκτημένες» σε επίπεδο συναισθηματικής εγγύτητας χαμένες ενδοχώρες των Ελλήνων προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα, αρχικά, και κατ’ αντανάκλαση και στη Μικρά Ασία. Αυτή η αρχική αναδίφηση σε μία θάλασσα μνήμης και εθνικής αυτοσυνειδησίας εξελίχθηκε σταδιακά σε μία πιο επεξεργασμένη ανάγκη για αναψηλάφηση ολόκληρων ιστορικών κεφαλαίων και για αμφισβήτηση στερεοτύπων.

«Σε αυτήν την αναζωογόνηση συνέβαλε και η διεπιστημονική προσέγγιση, δηλαδή το γεγονός ότι με την ιστορία ασχολούνται επιστήμονες και από άλλα πεδία (πολιτική επιστήμη, κοινωνική ανθρωπολογία, οικονομικά, κ.λπ.) που δίνουν φρέσκες ματιές στα πράγματα», λέει ο Νίκος Μαραντζίδης που στη διάρκεια του 2015 έφερε μαζί με τον Στάθη Καλύβα το θέμα του Εμφυλίου Πολέμου σε μια πλατιά αναγνωστική βάση στην ελληνική γλώσσα («Εμφύλια Πάθη», εκδ. Μεταίχμιο). «Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, οι ματιές αυτές ανατρέπουν καθιερωμένους μύθους της μεταπολίτευσης, γεγονός που στις μέρες μας επηρεάζει τη συζήτηση για το σήμερα. Εξάλλου, φαίνεται πως μύθοι του χθες έπαιξαν κάποιο ρόλο στην ανάδειξη των αυταπατών του σήμερα».

«H κρίση έχει ωθήσει σε μια ευρεία αναθεωρητική διάθεση», λέει από τη μεριά του ο Στάθης Καλύβας.«Πρόκειται για μια φυσιολογική εξέλιξη: οι μεγάλες κρίσεις πάντα θέτουν σε αμφισβήτηση τις προ-υπάρχουσες βεβαιότητες. Παράλληλη με τη διάθεση των “ειδικών” να αναστοχασθούν την ιστορία μας είναι και η διάθεση ενός σημαντικού αναγνωστικού κοινού να αναζητήσει νέες και διαφορετικές ερμηνείες ή τουλάχιστον να εμβαθύνει περισσότερο σε θέματα που θεωρούσε είτε γνωστά είτε κλειστά. Θεωρώ την εξέλιξη αυτή ιδιαίτερα θετική».

Το νέο τοπίο όπως ορίζεται μετά το 2010 άνοιξε νέους δρόμους για να φθάσει το ιστορικό βιβλίο στο κοινό. Ο Κώστας Κωστής ισχυρίζεται πως «η κρίση έθεσε σε αμφισβήτηση εμάς τους ίδιους, το πώς σκεφτόμαστε, το τι κάναμε. Δεν είναι τυχαία η αμφισβήτηση όλης της μεταπολίτευσης. Χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή κάποιες απαντήσεις σε βασικά ερωτήματά μας που ξεφεύγουν από εκείνα που είχαμε μάθει».

Πέρα από τη Μεταπολίτευση και τον Εμφύλιο, το καθεστώς του Μεταξά αλλά και ο Εθνικός Διχασμός της περιόδου 1915-17 και ώς τη δεκαετία του ’20 είναι κεφάλαια του 20ού αιώνα που ζητούν πολύπλευρες ματιές. Το βιβλίο του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου «Εθνικός Διχασμός» (εκδ. Πατάκη) συζητήθηκε πολύ, καθώς «ερμηνεύεται κυρίως ως κρίση στη διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης, αλλά και ως ταξική σύγκρουση. Ερμηνεύεται επίσης ως διαμάχη που απέκτησε τελικά τις διαστάσεις εμφυλίου πολέμου».

Οι θέσεις του Μαυρογορδάτου είναι γνωστές στους ιστορικούς, αλλά το ευρύ κοινό ίσως να μην ήταν έτοιμο παλαιότερα να τις ακούσει. «Είναι ένα ζήτημα το κατά πόσον οι ιδέες που υπάρχουν στα βιβλία που κυκλοφορούν είναι καινούργιες», λέει ο Κώστας Κωστής. «Ο “Εθνικός Διχασμός” του Μαυρογορδάτου υπάρχει σε όλα τα απλά γραπτά του, στα οποία δεν έδινε κανείς σημασία. Ο Μαραντζίδης στο “Γιασασίν Μιλλέτ” (2001) είχε ήδη δείξει την τάση του για κάτι διαφορετικό στην ανάγνωση του Εμφυλίου, όπως και ο Mazower στην Ελλάδα του Χίτλερ. Πολύ απλά τα θέματα αυτά αναδείχθηκαν λόγω της πολιτικής συγκυρίας. Για πρώτη φορά κάποιοι άνθρωποι πάνε να διατυπώσουν μία άποψη αντίθετη από τη δεδομένη».

Η καταγωγή όλων αυτών των ζητημάτων σε βάθος χρόνου πέρα από την κρίση βρίσκει σύμφωνους τους περισσότερους ιστορικούς. Ο Σωτήρης Ριζάς αναρωτιέται αν είναι η κρίση που τροφοδοτεί αυτά τα ενδιαφέροντα. «Οχι αποκλειστικά», λέει. «Ο θόρυβος για τη Μικρά Ασία και τη Σμύρνη ξέσπασε το 2007, πριν υποψιαστούμε την κρίση χρέους. Πρόκειται για βαθύτερα ζητήματα ταυτότητας, εθνικής ή πολιτικής.

Στις σημερινές συνθήκες αυτά τίθενται ακόμα πιο έντονα: συνύπαρξη εθνών-κρατών στο πλαίσιο της Ε.Ε. και αναπροσδιορισμός της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας, κοινωνική πόλωση και πολιτικά σχίσματα, μετακινήσεις πληθυσμών, όλα αυτά τείνουν να θέτουν ερωτήματα και οι απαντήσεις συχνά αναζητούνται στο παρελθόν».

Η αλήθεια είναι ότι σήμερα το κοινό έχει τη μεγαλύτερη δυνατή επιλογή. «Τα τελευταία χρόνια πράγματι έχουμε πολλούς νέους τίτλους και όλο και καλύτερα βιβλία σχετικώς προς τα μεγάλα θέματα της νεοελληνικής ιστορίας», λέει ο Νίκος Ε. Καραπιδάκης. «Και μάλιστα όχι μόνο από Ελληνες ιστορικούς αλλά και από ξένους ιστορικούς ή Ελληνες του εξωτερικού, αφού η ελληνική ιστορία –ομιλούμε για τη νεότερη και τη σύγχρονη– έχει κερδίσει το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων». Τη διεθνή διάσταση επισημαίνει και ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου, ο οποίος υπογραμμίζει την αξία «συμμετοχής της Ελλάδας σε διεθνείς διεργασίες. Iσως, μετά την παρέμβαση Καλύβα και Μαραντζίδη που έγινε πριν από αρκετά χρόνια, αυτό είναι το πεδίο των πιο σημαντικών έργων. Υπάρχουν βιβλία για την Κοινωνία των Εθνών, το Κυπριακό, την ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ, τον Ψυχρό Πόλεμο και άλλα. Πολλά μάλιστα από αυτά εκδόθηκαν κατευθείαν στα αγγλικά από μεγάλους εκδοτικούς οίκους».

Η ιστοριογραφία ανοίγεται σε νέα πεδία «αλλά εξακολουθούμε να πάσχουμε από μία υπερπολιτικοποίηση και μεγάλη μονομέρεια», λέει ο Κώστας Κωστής τονίζοντας μία διάσταση συνυφασμένη με τον ελληνικό δημόσιο λόγο. Παρόλα αυτά υπάρχει πληθώρα νέων φωνών. Ο Χάρης Μυλωνάς, που διδάσκει συγκριτική πολιτική στο George Washington University, προτείνει μια δική του θεωρία στο «Οικοδομώντας το Εθνος» (εκδ. Επίκεντρο), που εισάγει και τις εξωτερικές σχέσεις στις εσωτερικές διεργασίες αφομοίωσης ή εθνοκάθαρσης. Ο Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης έδωσε μόλις πρόσφατα τη μελέτη «Τα μυστήρια της Αιγηίδος. Το μικρασιατικό ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891-1922)» (εκδ. Εστία), και ο Σωτήρης Ριζάς μία νέα μελέτη για τον Εθνικό Διχασμό (εκδ. Καστανιώτη). «Αξίζει να προσέξουμε και τους πραγματικά νέους», λέει ο Θάνος Βερέμης «Τον Μανώλη Κούμα (για τον μεσοπόλεμο) και τον Δημήτρη Λυβάνιο για το Μακεδονικό στον μεσοπόλεμο (Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη)».

Πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η ένταση στη νέα και παλαιά ιστοριογραφία; «Πιστεύω πως όλο αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στην άρθρωση ενός νέου εθνικού αφηγήματος», καταλήγει ο Στάθης Καλύβας, «που θα ξεπερνά τα όρια των παλαιότερων και θα θέτει τις βάσεις για την κοινωνική μας αναδημιουργία, πράγμα που αποτελεί και το μέγιστο ζητούμενο της εποχής». Είναι αυτό που θα ονόμαζε κανείς, νέο «αίμα» για «νέα εποχή». Μπορεί να ακούγεται παράτολμο στο κλίμα των ημερών, αλλά φαίνεται ότι έχει ήδη γεννηθεί.


Πηγή
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top