Αν η Ψυχογλωσσολογία μελετά, με μεγάλη επιτυχία, τους τρόπους επεξεργασίας της γλώσσας από τον ανθρώπινο νου, το αντικείμενο μελέτης της Νευρογλωσσολογίας είναι οι εγκεφαλικές διεργασίες που εμπλέκονται στην αντίληψη, κατανόηση, απόκτηση και εκφορά του ανθρώπινου λόγου.

Και δεδομένου ότι ο λόγος αποτελεί το ιδιαίτερο και ίσως ειδοποιό χαρακτηριστικό του είδους μας, έχει ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε τις πιο πρόσφατες εξελίξεις σε αυτά τα δύο σχετικά νέα πεδία έρευνας.

Οπως θα δούμε στο σημερινό άρθρο, η συνεργασία αυτών των διεπιστημονικών κλάδων οδηγεί σε κάποιες απρόσμενες απαντήσεις στα ερωτήματα που θέσαμε στα δύο προηγούμενα άρθρα μας σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία της ανθρώπινης γλώσσας.

Ωστόσο, αυτές οι πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις θα παραμένουν ελλιπείς όσο δεν θα συνδέονται με το κυρίαρχο εξηγητικό σχήμα όλων ανεξαιρέτως των ζωικών φαινομένων, δηλαδή με τη βιολογική εξέλιξη.

Και όταν η ανθρώπινη γλώσσα δεν εξηγείται με όρους βιολογικής εξέλιξης, τότε καταντά ένα «θαύμα» που προέκυψε είτε από καθαρή τύχη είτε από υπερφυσική δημιουργία.

Από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο διαθέτουμε την ικανότητα να αφομοιώνουμε και να μιλάμε διαφορετικές γλώσσες.

Από νευροβιολογική σκοπιά, αλλά και σε ένα βαθύτερο επίπεδο γλωσσολογικής ανάλυσης, δεν υπάρχουν «ξένες γλώσσες» αλλά διαφορετικές εκδοχές μιας κοινής ανθρώπινης γλώσσας που διαφοροποιήθηκε μέσα από την εξελικτική και ιστορική Βαβέλ του ανθρώπινου γένους

Σήμερα η Γλωσσολογία προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο τη Βιολογία, σημειώνοντας μια ριζική ανατροπή του παραδοσιακού τρόπου μελέτης και κατανόησης του ανθρώπινου λόγου (προφορικού, γραπτού ή νοηματικού).

Η προοπτική της διεπιστημονικής κατανόησης των ιδιαίτερων γλωσσικών μας ικανοτήτων είναι πλέον ορατή.





Σύμφωνα με βιβλικό μύθο, μετά τον κατακλυσμό οι απόγονοι του Νώε, δηλαδή οι πρώτοι άνθρωποι, ζούσαν αρμονικά, μιλώντας όλοι μία και μοναδική γλώσσα - προφανώς την εβραϊκή.

Ο εκλεκτός πληθυσμός πολύ σύντομα πολλαπλασιάστηκε χάρη στην αγάπη, τη δύναμη και τη σοφία του Δημιουργού.

Ομως, λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προς τη Μεσοποταμία (στο σημερινό Ιράν, Ιράκ). Κινούμενοι κατά μήκος του Ευφράτη ποταμού έφτασαν στη Χαλδαία, στην ευφορότατη πεδιάδα Σεναάρ, όπου έχτισαν την περιβόητη πόλη Βαβυλώνα.

Εκεί αποφάσισαν να οικοδομήσουν έναν πύργο που θα έφτανε ώς τον ουρανό, ένα μνημείο της επιθυμίας τους για αυθυπέρβαση και άρα της υπέρμετρης αλαζονείας τους.

Οταν ο φιλάνθρωπος Θεός είδε ότι έθεσαν σε εφαρμογή το προκλητικό σχέδιό τους, εξοργίστηκε και επέλεξε να τους τιμωρήσει (ξανά) παραδειγματικά.

Αποφάσισε να κατέβει στη Γη και να επιφέρει σύγχυση στη γλώσσα τους, ώστε να μην κατανοεί ο ένας τη γλώσσα του άλλου («δεύτε και καταβάντες συγχέωμεν αυτών εκεί την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσιν έκαστος την φωνήν του πλησίον», βλ. Γένεσις 11,7).

Ετσι και έγινε. Εκτοτε, οι άνθρωποι διαχωρίστηκαν βίαια σε φυλές οι οποίες, επειδή μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, δεν ήταν πλέον εύκολο να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Οσο για το σχέδιο της ανέγερσης του πύργου της Βαβέλ, έμεινε για την ανθρωπότητα ένα όνειρο απραγματοποίητο και οριστικά απαγορευμένο.

Εξάλλου, η ίδια η εβραϊκή λέξη «Βαβέλ», παράγωγο του ρήματος «babal» που σημαίνει συγχέω, έγινε συνώνυμο της γλωσσικής σύγχυσις («διά τούτο εκλήθη το όνομα αυτής Σύγχυσις, ότι εκεί συνέχεε Κύριος τα χείλη πάσης της γης», βλ. Γένεσις 11,9).
Τα φυσικά όρια της πολυγλωσσίας





Αν ως «πολυγλωσσία» ορίσουμε την ευχέρεια των κοινωνιών, των ομάδων και των ατόμων να χρησιμοποιούν στην καθημερινή ζωή τους περισσότερες από μία γλώσσες (συμπεριλαμβανομένων των τοπικών ιδιωμάτων, των διαλέκτων και των νοηματικών γλωσσών), τότε η πολυγλωσσία έχει μεγάλη κοινωνική-πολιτισμική αξία για τις ανεπτυγμένες κοινωνίες.

Πράγματι, στις μέρες μας το να μιλά κανείς με ευχέρεια μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες δεν αποτελεί μόνο προαπαιτούμενο για την εύρεση εργασίας, αλλά επιτρέπει την άμβλυνση των εθνικιστικών προκαταλήψεων και τη μεγαλύτερη κατανόηση αλλότριων κοινωνικο-πολιτισμικών ηθών.

Από πλήθος ψυχογλωσσολογικών μελετών επιβεβαιώνεται ότι τα δίγλωσσα ή τα πολύγλωσσα άτομα επιδεικνύουν συνήθως μεγαλύτερη κοινωνική ανοχή και πολιτισμική ευελιξία.

Αν δεν πρόκειται μόνο για προπαγάνδα επιβεβλημένη από τη μετανεωτερική παγκοσμιοποίηση, τότε πόσες ξένες γλώσσες μπορεί να μάθει πραγματικά ένα άτομο;

Αραγε, υπάρχει κάποιο εγγενές βιοψυχολογικό όριο στην ικανότητα του εγκεφάλου μας για πολυγλωσσία;

Πρωτοποριακές σε αυτό το πεδίο είναι οι μελέτες του Ιταλού γλωσσολόγου Αντρέα Μόρο (Andrea Moro), καθηγητή Γενικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και επίσης επισκέπτη καθηγητή στην περίφημη γλωσσολογική σχολή του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (MIT) και του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ των ΗΠΑ.

Διερευνώντας επί σειρά ετών το φαινόμενο της πολυγλωσσίας, ο Ιταλός γλωσσολόγος υποστηρίζει ότι σήμερα είμαστε σε θέση να καθορίσουμε πόσες γλώσσες μπορεί να αποκτήσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, δηλαδή πόσες γλώσσες μπορεί να αφομοιώνει και να μιλά με ευχέρεια και πόσες από αυτές «σκαλώνουν» σε εγγενή και ανυπέρβλητα μνημονικά-μαθησιακά όρια.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Αντρέα Μόρο φαίνεται πως κατάφερε -συνδυάζοντας γλωσσολογικά πειράματα με τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου των ομιλητών- να χαράξει τα ακριβή όρια του σύγχρονου βαβελικού εγχειρήματος, δηλαδή τα εγγενή νευροεγκεφαλικά όρια της ανθρώπινης γλωσσομάθειας!

Οι νευρογλωσσολογικές έρευνες του Μόρο εντάσσονται στο ερευνητικό πρόγραμμα της σχολής Τσόμσκι που, μεταξύ άλλων, αναζητά τις βιολογικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης γλώσσας.

Οι πιο πρόσφατες μελέτες, μάλιστα, δείχνουν ότι υφίστανται όντως όχι μόνο γενετικοί αλλά και εγκεφαλικοί παράγοντες που καθορίζουν την πανανθρώπινη δομή και τις λειτουργικές προδιαγραφές της καθολικής γραμματικής από την οποία παράγεται η τεράστια γλωσσική ποικιλομορφία των ανθρώπινων γλωσσών.

Πράγματι, από τη νηπιακή ηλικία μέχρι το τέλος της εφηβείας υπάρχει μεγάλη ευκολία στη σχεδόν αυθόρμητη αφομοίωση μιας ή περισσότερων ξένων γλωσσών.

Μετά την ενηλικίωση η πλαστικότητα του εγκεφάλου σταδιακά μειώνεται, ως συνέπεια της εδραίωσης των νευρωνικών κυκλωμάτων που επεξεργάζονται και απομνημονεύουν τις γλωσσικές πληροφορίες, με αποτέλεσμα αυτή η εγγενής ικανότητα προοδευτικά να περιορίζεται.

Ωστόσο, οι ενήλικοι διατηρούν την ικανότητα να μαθαίνουν άγνωστες ξένες γλώσσες ή να τελειοποιούν αυτές που ήδη γνωρίζουν, όμως η νοητική προσπάθεια και η ενέργεια που χρειάζεται να καταβάλουν είναι πολύ μεγαλύτερες.

Σε ό,τι αφορά τώρα την εγγενή προδιάθεση για πολυγλωσσία καθώς και τη σχεδόν αυθόρμητη αφομοίωση και εκμάθηση ξένων γλωσσών κατά τη νηπιακή ηλικία, αυτές εξηγούνται ικανοποιητικά από το γεγονός ότι ακόμη και οι πιο διαφορετικές ανθρώπινες γλώσσες μοιράζονται κάποιες στοιχειώδεις αλλά κοινές γραμματικές ιδιότητες (φωνολογικές, συντακτικές, σημασιολογικές).

Συνεπώς, οι έρευνες του Αντρέα Μόρο ενισχύουν την τσομσκιανή γλωσσολογική άποψη που, όπως είδαμε στα δύο προηγούμενα άρθρα μας, υποστηρίζει ότι ο γλωσσικός μας εγκέφαλος δεν είναι ένας άγραφος μαυροπίνακας (tabula rasa).

Αντίθετα, από τη γέννησή μας διαθέτουμε την ικανότητα να αφομοιώνουμε διαφορετικές γλώσσες: από νευροβιολογική άποψη και σε ένα βαθύτερο επίπεδο γλωσσολογικής ανάλυσης δεν υπάρχουν «ξένες γλώσσες», αλλά διαφορετικές εκδοχές και εκδηλώσεις της κοινής ανθρώπινης γλώσσας που διαφοροποιήθηκε μέσα από την επίπονη εξελικτική και ιδιαίτερη ιστορική Βαβέλ του ανθρώπινου γένους.
Οι «ενσαρκώσεις» του λόγου





Ας υποθέσουμε ότι ακούμε τη φράση «Οι άχρωμες πράσινες ιδέες κοιμούνται μανιασμένα».

Ολοι αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μια πρόταση που στερείται παντελώς νοήματος, μολονότι είναι συντακτικά και γραμματικά ορθή.

Πώς το ξέρουμε; Επειδή, σύμφωνα με τον Τσόμσκι, διαθέτουμε την εγγενή ικανότητα να διακρίνουμε πότε μία πρόταση έχει ή δεν έχει νόημα, ικανότητα την οποία ο Τσόμσκι αποκαλεί «εσωτερική γραμματική».

Αν διαθέτουμε πράγματι μια «εσωτερική γραμματική», τότε αυτή θα πρέπει να βρίσκεται «εγγεγραμμένη» στα νευρωνικά κυκλώματα του εγκεφάλου μας ή, τουλάχιστον, να είναι γενετικά εγγεγραμμένη στο DNA μας.

Ομως, δεν συμφωνούν όλοι με αυτή τη θεωρία του Τσόμσκι.

Αρκετοί γλωσσολόγοι και εξελικτικοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε τη σημασία των λέξεων ή των προτάσεων οφείλεται στη σταδιακή νοητική επεξεργασία των γλωσσικών εμπειριών μας και στη συσσωρευτική οικοδόμηση μιας «δεξαμενής νοημάτων» που είναι εμπειρικά επιβεβαιωμένα.

Σε αυτή τη μνημονικά αποθηκευμένη δεξαμενή νοημάτων καταφεύγουμε για να αποφασίσουμε αν έχει νόημα η πρόταση που ακούμε ή διαβάζουμε.

Για να ελέγξει ποια από τις δύο απόψεις είναι πιο ορθή, ο Γερμανός νευροψυχολόγος Ν. Πόπελ (D. Poeppel), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ στη Φρανκφούρτη, έκανε πρόσφατα μερικά πολύ ενδιαφέροντα πειράματα.

Σε μια ομάδα ατόμων, από τα οποία τα μισά είχαν μητρική γλώσσα την αγγλική ενώ τα άλλα μισά την κινεζική, παρουσίαζε τυχαίες ακολουθίες λέξεων ή προτάσεων, ορισμένες από τις οποίες είχαν νόημα ενώ άλλες όχι.

Οι αντιδράσεις του εγκεφάλου αυτών των ατόμων στις λέξεις ή τις προτάσεις καταγράφονταν λεπτομερώς μέσω μαγνητικής εγκεφαλογραφίας (MEG), τεχνική που καταγράφει τα πολύ μικρά μαγνητικά πεδία που γεννά η εγκεφαλική δραστηριότητα, καθώς και μέσω φλοιογραφίας (ECoG), που επιτρέπει τη λεπτομερή καταγραφή και τον εντοπισμό της εγκεφαλικής δραστηριότητας.

Το γεγονός ότι η ομάδα των εθελοντών ήταν δίγλωσση επέτρεπε στους ερευνητές να διακρίνουν τις βαθύτερες γλωσσικές δομές που εμπλέκονται στην κατανόηση των προτάσεων (η συντακτική δομή των φράσεων στα κινεζικά είναι πολύ διαφορετική απ’ ό,τι στα αγγλικά) και επιπλέον να διαπιστώνουν αν υπάρχει ή όχι μια κοινή «εσωτερική γραμματική».

Αναλύοντας τα αποτελέσματα, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τη γλώσσα ακολουθώντας μια αυστηρή ιεραρχία.

Επικεντρώνεται στις λέξεις, κατόπιν σε σειρές λέξεων και τέλος σε προτάσεις και αποφασίζει για την ορθότητά τους με βάση ένα προκαθορισμένο πρότυπο, το οποίο, ως εκ θαύματος, ταυτίζεται με τη γραμματική-συντακτική δομή της γλώσσας.

Για παράδειγμα, ο εγκέφαλος εντοπίζει πρώτα τις μεμονωμένες λέξεις, κατόπιν ελέγχει ποια από αυτές αντιστοιχεί σε έναν φορέα δράσης (υποκείμενο) και ποια σε μια δράση (ρήμα) και εν συνεχεία εξετάζει πώς συσχετίζονται μεταξύ τους αυτές οι γλωσσικές μονάδες κ.ο.κ.

Απ’ ό,τι φαίνεται, λοιπόν, ο εγκέφαλός μας εξετάζει πρώτα αν μια φράση είναι ορθά διατυπωμένη και μετά αν έχει νόημα.

Ετσι, η απαράδεκτη, από γραμματική-συντακτική άποψη, πρόταση «ύπνος μανιασμένα πράσινα άχρωμες» απορρίπτεται αυτομάτως από τον εγκέφαλό μας ως «α-νόητη».

Αντίθετα, η πρόταση «Οι άχρωμες πράσινες ιδέες κοιμούνται μανιασμένα», επειδή από γραμματική-συντακτική άποψη είναι τυπικά σωστή, τον υποχρεώνει να μπει στη διαδικασία αναζήτησης κάποιου νοήματος, μολονότι η ίδια η πρόταση δεν διαθέτει κανένα.

Ομως, δεν είναι μόνο οι συντακτικές δομές αλλά και οι βασικές σημασιολογικές δομές που είναι κοινές σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες.

Η σημασιολογία είναι ο κλάδος της Γλωσσολογίας που μελετά πώς παράγονται οι σημασίες στη γλώσσα και η συμβολή της είναι πολύτιμη προκειμένου να κατανοήσουμε πώς ο νους οργανώνει τις σημασίες και τα νοήματα.

Από την εποχή που ο Πλάτων έγραψε τον διάλογο «Κρατύλος», το απολαυστικό φιλοσοφικό έργο για τη φύση των ονομάτων και της γλώσσας, οι μεγαλύτεροι στοχαστές επιχείρησαν να λύσουν το δυσεπίλυτο αίνιγμα αν η σημασία των λέξεων είναι προϊόν κοινωνικής σύμβασης και άρα αυθαίρετη ή αν, αντίθετα, αντανακλά την πραγματική φύση των πραγμάτων.

Σύμφωνα με μια πολύ πρόσφατη γλωσσολογική μελέτη, οι σημασίες των λέξεων οργανώνονται σε ορισμένες δομές αυστηρά προκαθορισμένες και κοινές σε όλες τις γλώσσες.

Μάλιστα, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτές οι κοινές σημασιολογικές δομές είναι ανεξάρτητες από την ιδιαίτερη πολιτισμική ιστορία και τον γεωγραφικό εντοπισμό ή το ιδιαίτερο γλωσσικό περιβάλλον.

Εξαρτώνται μόνο από τον τρόπο που ο ανθρώπινος νους οργανώνει τις σημασίες των λέξεων! Αυτή η εκπληκτική ανακάλυψη δημοσιεύτηκε πριν από δύο μήνες στο εγκυρότατο «Proceeding of the National Academy of Sciences» και είναι το προϊόν της συνεργασίας γλωσσολόγων από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από το Santa Fe Institute του Νέου Μεξικού.

Σε αυτήν την έρευνα ο γλωσσολόγος Hyein Youn και οι συνεργάτες του μελέτησαν 81 διαφορετικές ανθρώπινες γλώσσες, οι οποίες θεωρούνται αντιπροσωπευτικές των διαφορετικών πολιτισμικών και γεωγραφικών περιοχών από τις οποίες προέρχονται.

Ειδικότερα επικεντρώθηκαν σε πολύσημες λέξεις, λέξεις δηλαδή που σε μία γλώσσα χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν μια σειρά από διαφορετικές σημασίες, π.χ. η λέξη «καθαρός» μπορεί να σημαίνει ταυτοχρόνως «σαφής», «καθαρός» ή «αγνός».

Μια πολύσημη λέξη σε κάποια γλώσσα μπορεί να εκφράζει διαφορετικές σημασίες, ενώ σε μια άλλη γλώσσα η ίδια σημασία αποδίδεται με μια σειρά από λέξεις.

Μελετώντας συγκριτικά τη συχνότητα με την οποία δύο διαφορετικές σημασίες αντιστοιχούν σε μία λέξη από ένα μεγάλο δείγμα γλωσσών, ο Youn κατάφερε να μετρήσει τη σημασιολογική ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις τόσο διαφορετικές -γεωγραφικά και πολιτισμικά- γλώσσες.

Η υψηλή συχνότητα εμφάνισης τέτοιων πολύσημων λέξεων επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι αυτές οι ομοιότητες δεν είναι τυχαίες αλλά οφείλονται σε μια σημασιολογική και γνωσιακή δομή που είναι κοινή σε όλες τις γλώσσες!
Το ταμπού της καταγωγής





Το ότι η ανθρώπινη γλώσσα είναι ένα μοναδικό βιολογικό-κοινωνικό φαινόμενο είναι κάτι που το αποδέχονται όλες οι σημερινές επιστημονικές θεωρίες.

Οσο για το πώς προέκυψε και από πού προέρχεται, αυτό παραμένει ένα δυσεπίλυτο αίνιγμα και, εν πολλοίς, ένα επιστημολογικό ταμπού.

Παρά την απουσία έγκυρων απαντήσεων, αρκετοί σύγχρονοι γλωσσολόγοι, όπως ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Αντρέα Μόρο, αποκλείουν το ενδεχόμενο να υπήρξαν -τόσο σε φυλογενετικό όσο και σε οντογενετικό επίπεδο- εξελικτικοί πρόδρομοι του ανθρώπινου λόγου.

«Είναι εύλογο το ότι αποκλείουμε το ενδεχόμενο να αναπτύχθηκε η γλώσσα από εξελικτικές πιέσεις που σχετίζονται με την επικοινωνία, διαφορετικά ακόμη και οι μεγάλοι πίθηκοι ή άλλα είδη ζώων θα έπρεπε να διαθέτουν μια γλώσσα παρόμοια με τη δική μας!» υποστηρίζει ο Μόρο.

Στο κρίσιμο θέμα της εξέλιξης της γλώσσας, οι απόψεις του Μόρο ταυτίζονται με αυτές του «πνευματικού του πατέρα», του Τσόμσκι, αφού υποστηρίζει ότι η εμφάνιση της ανθρώπινου λόγου πρέπει να θεωρείται ένα εξελικτικό άλμα, το οποίο δεν μπορεί να προέκυψε από μακροχρόνιες και σταδιακές εξελικτικές διεργασίες, αφού οι βασικές γραμματικές και συντακτικές δομές της γλώσσας είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν καθόλου.

Σύμφωνα με τον Μόρο, «η δομή της γλώσσας δεν υπόκειται στους βιολογικούς νόμους που δημιούργησαν τη νευροβιολογική δομή για την έκφρασή της: τον εγκέφαλο».

Εξάλλου, όπως ισχυρίζεται, η γλώσσα δεν είναι το μοναδικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Εκτός από τον λόγο, τα μαθηματικά και η μουσική είναι οι αποκλειστικά ανθρώπινες ικανότητες που μας διαφοροποιούν από όλα τα άλλα έμβια όντα.
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top