Η Επισκοπή Βρεσθένης


Η Επισκοπή Βρεσθένης μας είναι γνωστή από τα μέσα του 16ου αιώνα, δηλαδή έναν αιώνα μετά την υποδούλωση του Ελληνισμού από τους Τούρκους. Κατά πάσα πιθανότητα, η ίδρυσή της συμπίπτει χρονικά με την κατάκτηση της Πελοποννήσου, πλην όμως δεν έχουμε κάποιο στοιχείο για να το εξακριβώσουμε αυτό ιστορικά. Αρχικά, η Επισκοπή Βρεσθένης είχε έδρα τα Βρέσθενα ή Βρέστενα, απ' όπου πήρε και την προσωνυμία, ενώ αργότερα μετονομάστηκε σε "Επισκοπή Βρεσθένης και Χρυσάφου", όταν κατά το έτος 1700 η έδρα μεταφέρθηκε στην Χρύσαφο (τα σημερινά Χρύσαφα), κωμόπολη της Επαρχίας Λακεδαίμονος.
Ο λόγος που επέβαλε τη μετάθεση της έδρας στα Χρύσαφα, ήταν ότι η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Βρέσθενα, όπου διέμεναν οι εκάστοτε Επίσκοποι, περιήλθε σε άθλια κατάσταση. Όταν όμως επισκευάστηκε, στις αρχές του 17ου αιώνα, εκδόθηκε από το Πατριαρχείο σιγίλιο (έγγραφο εκκλησιαστικής αρχής με τη βούλα του Πατριάρχη), με το οποίο επετράπη η επαναφορά της Επισκοπής στην αρχική της έδρα, οπότε ξαναπήρε το αρχικό της όνομα.
Αυτό το σιγίλιο βρίσκεται - σε αντίγραφο - στην Πατριαρχική βιβλιοθήκη των Ιεροσολύμων και έχει την υπογραφή του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχη Γαβριήλ. (1) 
Η μονή της Κοιμήσεως, που σώζεται ακόμα και σήμερα, βρίσκεται δυτικά των Βρεσθένων και σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων απ' αυτά, στην αντίπερα όχθη του ποταμού Οινούντος. 
Περί τα μέσα του 17ου αιώνα ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος ο Α΄ μετέφερε την έδρα μέσα στα Βρέσθενα, στο ναό του Αγίου Ιωάννου στη θέση "Πύργος", που μετατράπηκε έτσι σε Επισκοπή. Επί των ημερών του Θεοδωρήτου του Β΄ και λίγα χρόνια μετά την εκλογή του ως Επισκόπου Βρεσθένης η έδρα μεταφέρθηκε στη Βαμβακού.
Κατά τη γνώμη του κ. Φ. Κουκουλέ (2) , ήταν εθνικοί οι λόγοι που επέβαλαν στον Θεοδώρητο Β΄ τη μεταφορά της έδρας της επισκοπής, για να βρίσκεται δηλαδή αυτή μακριά από το κέντρο της Τουρκικής Διοίκησης. Σύμφωνα όμως με πληροφορίες που συγκέντρωσα, ήταν ηθικοί και όχι εθνικοί οι λόγοι που επέβαλαν αυτή τη μεταφορά. Αρχικά, ο Θεοδώρητος Β΄ σκέφτηκε να μεταφέρει την έδρα στα Βέρροια και το ζήτησε αυτό από τους κατοίκους τους, οι οποίοι όμως δεν δέχτηκαν. Τότε, την μετέφερε στη Βαμβακού και έμενε σε ένα σπίτι Βραχναίων, που σώζεται μέχρι σήμερα.
Υπάρχει επίσης και άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία κάποιος επίσκοπος από τον Άγιο Πέτρο μετέφερε την έδρα της Επισκοπής στη Βαμβακού, για να είναι πιο κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Αυτή η εκδοχή όμως δεν αληθεύει, γιατί είναι εξακριβωμένο ότι η μεταφορά έγινε επί Θεοδωρήτου Β΄, που καταγόταν - όπως θα δούμε στη συνέχεια - από τη Νεμνίτσα της επαρχίας Καρυταίνης (σήμερα Γόρτυνος).
Το έτος 1833, στις 3 Δεκεμβρίου, με Βασιλικό Διάταγμα, η Επισκοπή μετονομάστηκε σε "Σελλασίας" και ο Θεοδώρητος Β΄ υπέγραφε ως "Επίσκοπος Σελλασίας πρώην Βρεσθένης". Αυτή τη μετονομασία δεν την ήθελε ο Θεοδώρητος, παρ' όλα αυτά όμως δέχτηκε, γιατί δεν έφερνε αντίρρηση στους εκκλησιαστικούς κανόνες.
Η Επισκοπή, εκείνη την εποχή, ήταν πολύ εκτεταμένη και περιελάμβανε τους Δήμους Οινούντος, Σελλασίας, Θεραπνών, Γερονθρών, τα ανατολικά χωριά του Δήμου Τρινάσου και το Δήμο Έλους. Επίσης περιελάμβανε και τα εξής μοναστήρια: Αγίων Τεσσαράκοντα, Αγίων Αναργύρων, Προδρόμου (Σιντζάφη), Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Παναγίας της Ρεματιανής και Ζωοδόχου Πηγής, τα οποία κατά το έτος1833 - επί Όθωνος - διαλύθηκαν και απέμειναν μόνο των Αγίων Τεσσαράκοντα και των Αγίων Αναργύρων, τα οποία πάλι συγχωνεύτηκαν αργότερα (το 1920).
Τέλος, το έτος 1843, με το θάνατο του Θεοδώρητου Β΄, η Επισκοπή καταργήθηκε. Το έτος 1925, εξελέγη βοηθός επισκόπου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών με τον τίτλο "Βρεσθένης" , ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κύριος Άνθιμος Τσάστος.
Η Επισκοπή Βρεσθένης είχε λοιπόν τις εξής μετατροπές: "Επισκοπή Βρεσθένης", από την ίδρυσή της μέχρι το 1700. "Επισκοπή Βρεσθένης και Χρυσάφου", από το 1700 μέχρι το 1718. (3) "Επισκοπή Βρεσθένης", από το 1718 μέχρι το 1833. "Επισκοπή Σελλασίας" από το 1833 μέχρι το 1843, οπότε και καταργήθηκε και σήμερα πάλι "Επισκοπή Βρεσθένης".
Πρώτο Επίσκοπο Βρεσθένης συναντάμε τον Ιωάσαφ, που καταγόταν από τα Χρύσαφα, το έτος 1561. Τον διαδέχτηκε ο Νεώφυτος, όπως βλέπουμε σε περιγραφή του ναού του Αγ. Νικολάου, κοντά στα Βέρροια, που έχει ως εξής: "ανιστορήθη ο θείος καί πάνσεπτος ναός ούτος τού εν Αγίοις πατρός ημών Νικολάου Αρχιεπισκόπου Μύρων τής Λυκίας τού Θαυματουργού, Θεοφιλεστάτου επισκόπου Βρεσθένης κυρίου Νεωφύτου εν έτει από κτίσεως κόσμου 7085 από δέ τής ενσάρκου οικονομίας 1596". (4) Τον Νεώφυτο διαδέχτηκε ο Παρθένιος, που καταγόταν από την Αναβρυτή. Αυτός ήταν Επίσκοπος Βρεσθένης το έτος 1601, όπως μας φανερώνει μια καταγραφή αφιερωτικής πράξης, σύμφωνα με την οποία η Μονή της Παναγίας κοντά στην ποταμιά (της περιοχής Βασσαρά), η σημερινή Παλιοπαναγιά, αφιερώνεται στη Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα, και η οποία υπογράφεται ιδιοχείρως από τον Παρθένιο. Αλλά και κατά το 1620 ήταν ακόμα στην Επισκοπή, όπως δείχνει μια επιγραφή του ναού του Αγ. Νικολάου κοντά στα Χρύσαφα, που έχει ως εξής: "Ανηγέρθη εκ βάθρων καί ανιστορήθη ο θείος ούτος ναός τού εν Αγίοις πατρός ημών Νικολάου Αρχιεπισκόπου Μύρων τής Λυκίας τού Θαυματουργού, δι εξόδου καί κόπου τού τιμιωτάτου καί μακαρίτου κ. Καμαρινού, ……… καί τή συμβία αυτού Ευφροσύνη καί τών τέκνων αυτού, εις ψυχικήν αυτών σωτηρίαν, Αρχιερατεύοντος τού Θεοφιλεστάτου επισκόπου τής Αγιωτάτης επισκοπής Βρεσθένης κ. Παρθενίου διά χειρός εμού ελαχίστου ζωγράφου Γεωργίου εκ πόλεως Ναυπλίας, εν έτει από τής ενσάρκου οικονομίας τού Κυρίου ΑΧΚ΄ (1620) Νοεμβρίου 1 τής ουτυχούσης". (5) Το 1630 ο Παρθένιος διέμενε στο Άγιο Όρος, γράφοντας κώδικες (χειρόγραφα σε χαρτί, πάπυρο ή περγαμηνή, δεμένα σε μορφή βιβλίου). Επίσης, κατά το έτος 1650, τον βρίσκουμε να υπογράφει ως "πρώην Βρεσθένης" και κατά το 1652 να διαμένει στη Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα, μακριά από την Επισκοπή, παραπονούμενο για την οικτρή ζωή του και να γράφει κώδικες. Το 1657 βρισκόταν ακόμα στη ζωή.
Τον Παρθένιο διαδέχτηκε ένας άλλος Επίσκοπος με το όνομα Νίκων. Επί της Αρχιερατείας του Νίκωνος συμπίπτει η αγιογράφηση (τοιχογράφηση) της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Αργότερα συναντάμε τον Επίσκοπο Αγαθάγγελο. Αυτός βρισκόταν στην Επισκοπή κατά το 1700. Μάλιστα, το έτος 1700 σε πράξη εκλογής επισκόπου Έλους φέρεται υπογεγραμμένος ως "ο Βρεσθένης και Χρυσάφου Αγαθάγγελος". Τον συναντάμε επίσης και κατά το 1713, γιατί : "αψιγ΄ (1713), Ιουνίου κα΄ (21) εχειροτονήθη ο παπάς Ιγνάτιος Νεοχωρίτης υπό χειρός κυρίου Αγαθαγγέλου Ευρυσθένης". Διάδοχος του Αγαθάγγελου φέρεται ο Αθανάσιος, κατά το έτος 1718, υπογράφοντας μάλιστα απλά ως "Επίσκοπος Βρεσθένης". Ακολουθεί ο Επίσκοπος Ιωάσαφ που αρχιεράτευσε από το 1725 μέχρι τουλάχιστον το 1743. Κατά το 1745, συναντάμε τον Επίσκοπο Ιερεμία, ο οποίος υπογράφει σε πράξη εκλογής επισκόπου Έλους, όπως και κατά το 1758.
Όταν ο Ιερεμίας απαγχονίστηκε στο Ναύπλιο, τον αρχιεπισκοπικό θρόνο διαδέχτηκε ο Θεοδώρητος ο Α΄, καταγόμενος από την επαρχία Καρυταίνης, ο οποίος φαίνεται να αρχιερατεύει από το 1780, όπως βλέπουμε σε παλιό ημερολόγιο της Μονής των Αγίων Τεσσαράκοντα: "1780 Μαΐου 13, Κυριακή τών Αγίων Πατέρων, ήλθεν εις τό μοναστήριον τών αγίων μ΄ (40) ο άγιος Ευρυσθένης κύρ Θεοδώρητος καί εχειροτόνησε εμέ τόν ευσεβή μαρτινιανόν πρεσβύτερον, τόν δέ Ιωάσαφ σφαραγκούλι ιεροδιάκονον καί ο άγιος Θεός δι' ευχών του νά μάς ελεήση".(6)
Ο Θεοδώρητος Α΄ παραιτήθηκε κατά το 1813, λόγω γήρατος, και ανέλαβε τον αρχιερατικό θρόνο ο ανιψιός του Θεοδώρητος ο Β΄ . Ο Θεοδώρητος Β΄ χρημάτισε Επίσκοπος μέχρι το 1833, οπότε η Επισκοπή μετονομάστηκε σε "Σελλασίας" - όπως προαναφέρθηκε. Από τότε και μετά, ο Θεοδώρητος Β΄ υπέγραφε ως "ο Σελλασίας πρώην Βρεσθένης" αρχικά και αργότερα ως Επίσκοπος "Σελλασίας" μέχρι το 1843, οπότε μετά το θάνατό του διαλύθηκε η Επισκοπή. Ο Θεοδώρητος Β΄ έδρασε ως Επίσκοπος και ως πολιτικός, αγωνισθείς στον εθνικό αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας. Στη συνέχεια, παραθέτουμε την ιστορία του Θεοδώρητου Β΄ , μιας και γι' αυτόν έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες.
ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ Β΄ . Γράφοντας το βίο αυτού του Ιεράρχη, δε μπορούμε να μη θυμηθούμε, γράφει ο Αν . Γούδας στο βιβλίο του "Βίοι παράλληλοι" (σελ. 131) το "Ευλογητός ο Θεός , ο πανσόφους τούς αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς τό Πνεύμα τό άγιον καί δι' αυτών τήν οικουμένην σαγηνεύσας φιλάνθρωπε, δόξα σοι".
Βεβαίως, δεν θα αδικούσε κάποιος αυτόν τον Ιεράρχη, αν ισχυριζόταν ότι ούτε την πολυμάθεια του Κυρίλλου του Ζ΄ είχε, ούτε την έξοχη διοικητική ικανότητα του Γρηγορίου του Ε΄ περί τα εκκλησιαστικά διέθετε, ούτε με το μεγαλεπήβολο παράστημα και την ευγλωττία του Γερμανού (Παλαιών Πατρών) τον προίκισε η φύση. Όμως δεν θα έσφαλε κάποιος αν ισχυριζόταν, επίσης, ότι δεν φάνηκε υποδεέστερος κανενός από τους σύγχρονους κληρικούς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι, αν και είχε μικρή επαρχία και ξεκίνησε από χαμηλά, στον αγώνα διέπραξε περιφανέστατα έργα.(7)
Ο Θεοδώρητος Β΄ γεννήθηκε στη Νεμνίτσα της επαρχίας Γορτυνίας το 1787. Το αρχικό του όνομα ήταν Θωμάς και καταγόταν από την ευγενή οικογένεια των Κοτσακαίων ή Δημητρακαίων.(8) Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και η μητέρα του Αικατερίνη και οι δύο δε "περιεπάτουν τήν οδόν τού Κυρίου". Είχε θείο του, από τον πατέρα του, τον ιεράρχη Θεοδώρητο τον Α΄, που είχε τιμηθεί και αυτός με το ίδιο εκκλησιαστικό αξίωμα του "Επισκόπου Βρεσθένης".
Τα πρώτα ή κοινά λεγόμενα γράμματα τα διδάχτηκε από τους ιεροδιδάσκαλους στη Βυτίνα, αργότερα δε, σε ηλικία 18 ετών, τον παρέλαβε ο θείος του και τον εκπαίδευσε όπως μπορούσε καλύτερα. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της παιδείας του, ο Θεοδώρητος Β΄, το οφείλει στον εαυτό του και μόνο, όπως οι περισσότεροι που ήκμασαν την εποχή εκείνη.
Χειροτονήθηκε σε υποδιάκονο από το θείο του στη Βαμβακού το έτος 1805. Μετά από δύο χρόνια χειροτονήθηκε διάκονος και στις 8 Νοεμβρίου 1812 πρεσβύτερος και συγχρόνως πρωτοσύγγελος. Όταν παραιτήθηκε όμως ο θείος του, το 1813, με την αυθόρμητη αίτηση των πιστών της Επισκοπής και κατόπιν αδείας της Μεγάλης Εκκλησίας, χειροτονήθηκε σε επίσκοπο στις 5 Απριλίου 1813, Σάββατο του Λαζάρου, και μετονομάστηκε σε "Θεοδώρητο". Όπως γράφει ο μέγας Οικονόμος Κωνσταντίνος, "Καί δέν κατέλαβε τόν θρόνον τούτον τυραννίδα τινά καί ταξιαρχίαν καί κληρουχίαν, αλλ' εις Χριστού διακονίαν, φροντίζων τής τού λαού σωτηρίας καί πάντα ποιών καί υπομένων πρός οικοδομήν τών πιστών καί καταρτισμόν τής θεόθεν αυτώ πεπιστευμένης Εκκλησίας".(9) Από τότε ο Θεοδώρητος Β΄ διοικούσε την Επισκοπή με σύνεση και διοχέτευε στις ψυχές των υποδουλωμένων Ελλήνων την πίστη και τον ενθουσιασμό υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έγινε αγαπητός από το λαό, που αυτός ποίμαινε με σταθερή πάντα καρδιά.
Η διδασκαλία του από τον αρχιερατικό θρόνο στο ναό, είτε για την εξήγηση του Ευαγγελίου, είτε για καθοδήγηση του λογικού του ποιμνίου σε μίμηση ή εξάσκηση κάποιας αρετής, ήταν μια από τις φροντίδες του Θεοδώρητου Β΄. Κατά τον Κων. Οικονόμο, ο Θεοδώρητος Β΄ δεν ήταν άνθρωπος που να μην οργίζεται ή να μην θυμώνει. Όμως ο θυμός του έμοιαζε μάλλον με το κεντρί της μέλισσας, που πληγώνει μεν, αλλά δεν θανατώνει.
Έτσι, ποίμανε το ποίμνιό του ο Θεοδώρητος Β΄ κατά τα πρώτα έξι χρόνια από την ανάδειξή του στο επισκοπικό αξίωμα. Το 1819, που άρχισε να γενικεύεται και στην Πελοπόννησο η κατήχηση των μυστηρίων της Φιλικής Εταιρείας, ο Θεοδώρητος Β΄ ασπάστηκε ένθερμα όλα τα δόγματα της Φιλικής Εταιρείας και άρχισε δραστήρια να εργάζεται υπέρ του Εθνικού αγώνα, μετατρέποντας τον άμβωνα σε εθνικό βήμα και το σπίτι του σε αποθήκη πολεμοφοδίων. Κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 και ασπάστηκε ένθερμα τα δόγματα της Φιλικής Εταιρείας, αλλά η ιστορία δεν αναφέρει από ποιον κατηχήθηκε, ούτε πόσο υλικό πρόσφερε.
Όταν εξερράγη η Επανάσταση, ο Θεοδώρητος Β΄ έτρεξε όπου τον καλούσαν η φωνή της πατρίδας, τα καταπατημένα και βεβηλωμένα δικαιώματα της Εκκλησίας και αυτή η έμφυτη κλίση του. Ήρθε σε άμεση συνεννόηση με τους προεστούς της Σπάρτης Κρεββατά και Κοπανίτσα και μέσα σε λίγο καιρό έγινε επιστήθιος φίλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το σπίτι του χρησίμευε ως αποθήκη υλικού πολέμου, το οποίο προμηθευόταν με δικές του δαπάνες ή δικές του ενέργειες. Στις 28 Μαρτίου 1821, τρεις ημέρες δηλαδή μετά από την ύψωση της Ελληνικής σημαίας της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στη Μονή της Αγίας Λαύρας, ο Θεοδώρητος Β΄ ακολουθούμενος από Βρεσθενίτες και άλλους κατοίκους του δήμου Οινούντος μετέβη στο Μυστρά και, αφού ενώθηκε με τους προεστούς της Σπάρτης, ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης και φωνή του αντήχησε στα φαράγγια του Ταϋγέτου. Ενώ βρισκόταν ακόμα στο Μυστρά, κλήθηκε από τον Θ. Κολοκοτρώνη να ενωθεί μαζί του στη Βλαχοκερασιά. Όταν έμαθε μάλιστα ο Θεοδώρητος Β΄ ότι η Τρίπολη πολιορκείται από τους Χριστιανούς και ότι έγινε σφοδρή μάχη στο Βαλτέτσι, εγκατέλειψε προσωρινά την ποιμαντορική ράβδο και ζώστηκε τ' άρματα. Αργότερα ο Θεοδώρητος Β΄ αγωνίστηκε και στις μάχες στα Βέρβαινα και στα Δολιανά.
"Εις τάς μάχας ταύτας βεβαίως δέν δύναται τις νά ισχυρισθή, ούτε ότι ηνδραγάθησεν ο Βρεσθένης, ούτε κάν ότι ηγωνίσθη τό παράπαν καί διά τών χειρών. Ημείς μάλιστα συμφωνούμεν πληρέστατα μέ τόν εκφωνήσαντα τόν επιτάφιον τού Ιεράρχου, Κωνσταντίνον τόν εξ Οικομόμων, ότι ο Θεοδώρητος κατάθετο τήν στρατιωτικήν ρομφαίαν αναίμακτον καί ότι ουδέ ωτίον εχθρού τινος ήτο ικανός ν' αποτάμη. Αλλ' άπαντες γιγνώσκομεν πόσην ισχύν δίδει εις τάς μάχας η παρουσία τοιούτου ανδρός. Άλλως ο Θεοδώρητος, ούτε ένεκα τού Εκκλησιαστικού αυτού αξιώματος, ούτε ένεκα τής κλίσεως αυτού ήτο προωρισμένος νά παρευρίσκεται εις τάς μάχας καί πολύ ολιγώτερον νά μάχηται διά τών χειρών". (10)
Άρα, άλλη ήταν η αποστολή του Επισκόπου Θεοδώρητου Β΄ και ο ρόλος τον οποίο έπαιξε η συμμετοχή του στις μάχες ήταν διαφορετικός, όχι όμως λιγότερο σπουδαίος. Η παρουσία του, στις μάχες, ενθάρρυνε τους αγωνιζόμενους, η φωνή του έδινε ζωή στους Έλληνες, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από το ζυγό της Τουρκικής δουλείας και οι ευχές του στερέωναν στις καρδιές των αγωνιστών την ελπίδα της νίκης.
Μόλις εξασφαλίστηκε η υπεροχή των Ελληνικών όπλων, ο Θεοδώρητος Β΄ μετέβη στις Καλτεζαίς, όπου αποφασίστηκε να συνέλθουν οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και να συσκεφθούν προκειμένου να εγκατασταθούν Νόμοι και Κυβέρνηση. Ήταν από τους πρώτους που συνέπραξαν στη σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Η πρώτη πράξη που εκδόθηκε από την Πελοποννησιακή Γερουσία, έχει ως εξής:
"Αριθμός Α΄
ΠΑΤΡΙΣ
Η γενική ευταξία τών υποθέσεων τής πατρίδος μας Πελοποννήσου καί η αισία έκβασις τού προκειμένου ιερού αγώνος περί τής σεβαστής ελευθερίας τού γένους μας, επειδή καί αναγκαίως απήτουν τήν γενικήν συνέλευσιν καί σκέψιν, συνοιθρήσθημεν επί τούτω οι υπογεγραμμένοι από μέρους τών επαρχιών μας, έχοντες τήν γνώμην καί όλων τών λοιπών απόντων μελών εις τήν σεβαστήν μονήν τών Καλτεζιών. Κατ' εύλογον κοινήν γνώμην καί απόφασιν καί όλων τών απόντων, εκλέξαντες τούς φιλογενεστάτους κυρίους, τόν τε άγιον Βρεσθένης Θεοδώρητον, Σωτήριον Χαραλάμπην, Αθανάσιον Κανακάρην,Αναγνώστην Παπαγιανόπουλον, Θεοχαράκην Ρέντην καί Νικόλαον Πονηρόπουλον, καθ' υπακοήν καί συγκατάνευσιν καί αυτών εις τήν κοινήν ημών ταύτην πρότασιν, τούς διορίζομεν διά νά παρευρίσκωνται μετά τού ενδοξοτάτου μας κοινού Αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη καί πάντες οι άνωθεν, επέχοντες τήν γερουσίαν όλου τού δήμου τών επαρχιών τής Πελοποννήσου, προηγουμένου τής ενδοξότητός του, νά συσκέπτονται, προβλέπωσι καί διοικώσι καί κατά τό γενικόν καί κατά τό μερικόν απάσας τάς υποθέσεις καί διαφοράς καί πάν ότι συντείνει εις τήν κοινήν ευταξίαν, αρμονίαν, εξοικονόμησίν του καί ευκολίαν τού ιερού αγώνος μας, καθ' οποίον τρόπον η θεία Πρόνοια φωτίσει καί γνωρίσωσιν ωφέλιμον έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα χωρίς νά ημπορεί τινας ν' αντιτείνη ή νά παρακούση εις τά νεύματα καί τάς διαταγάς των καί τούτο τό υπούργημά των καί η ημετέρα εκλογή θέλει διατρέξει καί θέλει έχει κύρος μέχρι τής αλώσεως τής Τριπολιτσάς καί δευτέρας κοινής σκέψεως. Καί περί μέν τής από τό μέρος των ειλικρινούς, απαθούς καί μετά τής δυνατής επιμελείας καί σκέψεως εις τό άνωθεν υπούργημά των εξακολουθίας, καθώς καί από τό μέρος ημών τε καί όλων τών απόντων υπακοής καί άνευ τινος αντιστάσεως, προφασεολογίας ή αναβολής τής εξακολουθίας καί ενεργείας τών νευμάτων καί διαταγών των ελάβομεν αμφότερα τά μέρη τόν πρέποντα όρκον ενώπιον τού υψίστου Θεού εν βάρει τού συνειδότως καί τής τιμής καί ούτως επεδόθη αυτοίς τό παρόν ενυπόγραφον καί κυρωτικόν γράμμα μας. 1821 Μαίου 26".(11) (ακολουθούν 30 υπογραφές)
Σ' αυτή τη Γερουσία, ο Θεοδώρητος Β΄ ήταν όχι μόνο ο εκλεγμένος και πραγματικός πρόεδρος αλλά και η ψυχή της. Αυτός διηύθυνε όλες τις πράξεις αυτού του σώματος και σ' αυτόν προσήλωναν όλοι τα μάτια τους. Αλλά και στην πρώτη συντακτική συνέλευση των Ελλήνων, που συγκροτήθηκε στη Επίδαυρο, ο Θεοδώρητος Β΄ ,αφού εξελέγη μαζί με τον Κρεββατά, αντιπροσώπευσε τη Σπάρτη και ως αντιπρόσωπος υπεστήριξε και υπέγραψε στη Βουλή τον οργανικό Νόμο της Επιδαύρου. 

 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top