ΤΡΕΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ   ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ  ΤΕΛΟΣ
(Μνήμη Μανώλη Πράτσικα) 

Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη

Προέδρου της Εταιρείας Λογοτεχνών

Η  παραμονή της γιορτής του Αγίου Ανδρέα με βρήκε να  βασανίζομαι  με ένα   ιδιότυπο  δίλημμα.
Είχα αποφασίσει να κρατήσω στη μνήμη μου ,όσο  κι   αν αυτή διαρκέσει ,τη  μορφή, τη φωνή και τις κουβέντες  ενός φίλου, που  μετά από ένα εγκεφαλικό   έμεινε  χωρίς φωνή. Έμεινε χωρίς φωνή ένας  τενόρος και σε απραξία ένας  λογοτέχνης.  .
 Θεωρούσα πως δεν θα άντεχα  μια επίσκεψη  στο νοσοκομείο.  Όμως αυτή τη μέρα  στο δίλημμα  επικράτησε η δεύτερη σκέψη, να τον επισκεφτώ.
Πήγα στην  ιδιωτική κλινική που τον μετέφερε    ένας  ανιψιός της γυναίκας του. Η ίδια  είχε  φύγει ένα χρόνο νωρίτερα με το ίδιο ακριβώς τρόπο  που  επεφύλασσε και στον ίδιο ο Δημιουργός. Ο ίδιος ο φίλος μου την υπηρέτησε πιστά στα κρεβατωμένα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από το εγκεφαλικό μέχρι του θανάτου της. «Γιατί να μου συμβεί εμένα αυτό» μονολογούσε, στις συναντήσεις μας. «Γιατί να υποφέρει και να υποφέρω τρία χρόνια τώρα;  έλεγε. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά.
Με σφιγμένη καρδιά ρώτησα κάποια νοσηλεύτρια  που βρίσκεται ο φίλος μου, λέγοντας  της το όνομα με το οποίο είχε εισαχθεί  στο νοσοκομείο. Το καλλιτεχνικό του το πήρε ο  φθινοπωρινός άνεμος και τον απίθωσε στον τοίχο του προσωπικού μου λογαριασμού στο F.B.  αλλά και στις  ιστοσελίδες  της Εταιρείας Λογοτεχνών και τη  δική μου, με φωτογραφίες από τη ζωή και τη δράση του.
Ένα ψυχρό  δωμάτιο με άλλα τέσσερα άδεια κρεβάτια κι εκείνον με τα απαραίτητα για την τροφοδοσία του  σωληνάκια  μόνιμα και σταθερά τοποθετημένα  στο στόμα του που με δυσκολία ανέπνεε  .
Δεν  αντιλήφθηκε  διόλου την επίσκεψή μου, παρά το ότι του φώναξα με το καθιερωμένο για τους φίλους όνομα του, που  δεν είχε καμιά σχέση με το βαπτιστικό μα ούτε και το καλλιτεχνικό του. Καμιά αντίδραση, καμιά ανταπόκριση, κανένα ίχνος  της μέχρι πρότινος ικμάδας του,  καμιά ένδειξη ζωής, ο φίλος μου στα χέρια της μοίρας κάθε ανθρώπου που βρίσκεται στο σημείο της ημερομηνίας  λήξης της  ζωής.
Του ξαναφώναξα εντονότερα αλλά και πάλιν εις μάτην.
Μια τρίτη φωνή ακόμη εντονότερη θύμισε το  τρίτο και τελευταίο ερώτημα προς τον Πέτρο  και την τρίτη  και τελευταία  άρνηση που  ακολούθησε.
Μετά την τρίτη θεωρητικά άρνηση που εισέπραξα, ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια μου, ήταν ίσως το ίδιο δάκρυ  με εκείνο του  διδασκάλου όταν  εισέπραξε την άρνηση του μαθητή του.
Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που εισέπραξα μετά την επιλογή μου να προσχωρήσω στη δεύτερη επιλογή μου.
Σήμερα παραθέτω μια είδηση που αλίευσα  από το διαδίκτυο:
Η ιρλανδή τραγουδίστρια Σινέντ Ο' Κόνορ ανάρτησε στο facebook ένα σημείωμα αυτοκτονίας, αναφέροντας ότι έχει πάρει υπερβολική δόση ναρκωτικών.
«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποκτήσεις τον σεβασμό» έγραψε χαρακτηριστικά  στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.
Η αστυνομία εισέβαλε στο δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου διέμενε η καλλιτέχνης και πλέον δέχεται ιατρική θεραπεία στο νοσοκομείο.
Η Ο’ Κόνορ, η οποία έγινε διάσημη με το τραγούδι της «Nothing Compares 2U», στη δεκαετία του 1990, έχει αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα τα τελευταία χρόνια. Όπως αποκαλύπτει η βρετανική εφημερίδα «Daily Mail», από δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο είχε κλείσει με άλλο όνομα, ποστάρισε στον προσωπικό της λογαριασμό στο facebook το σημείωμα που προκάλεσε κύματα ανησυχίας στους θαυμαστές της. «Υπάρχουν τόσα πολλά που περιμένουν από μια γυναίκα να αντέξει», έγραφε επίσης σε αυτό.
Μητέρα τεσσάρων παιδιών, η Ο' Κόννορ, η οποία είχε υποβληθεί τον περασμένο Αύγουστο σε υστερεκτομή, έγραψε επίσης πως «έκλαιγε και ούρλιαζε επί εβδομάδες» και πως «οι τελευταίες δύο βραδιές με τελείωσαν» για να ολοκληρώσει το σπαραχτικό της μήνυμα:
«Πήρα υπερβολική δόση. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να κερδίσω το σεβασμό. Δεν είμαι στο σπίτι μου, είμαι σε ένα ξενοδοχείο κάπου στην Ιρλανδία, με άλλο όνομα. Αν δεν έκανα αυτή την ανάρτηση, τα παιδιά μου και η οικογένειά μου δεν θα το μάθαιναν καν. Θα μπορούσα να ήμουν νεκρή εδώ για εβδομάδες και κανείς να μην το μάθει. Είμαι τόσο φρικτή μητέρα και άτομο, που έχω μείνει μόνη μου».
Να και μια τρίτη εικόνα  από το έθιμο της αυτοκτονίας των γερόντων της Κέας  με κώνειο,«Κείων νόμιμον» όπως, χαρακτηριστικά είχε  επικρατήσει να λέγεται αυτή η πράξη.
Για  αυτό το πρωτοφανές για την εποχή του έθιμο  υπάρχει η περιγραφή του Ρωμαίου συγγραφέα Βαλέριου Μάξιμου (Valerius Maximus), όταν το 18μ.Χ συνοδεύοντας τον ύπατο Πομπήιο Σέξτο (Sextus Pompeius) κατά το ταξίδι τους προς τη Μ. Ασία χρειάστηκε να καταφύγουν λόγω μιας μεγάλης θαλασσοταραχής στο νησί.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα ανώτερης τάξης προσκάλεσε τον Πομπήιο να παραστεί στην αυτοκτονία της. Όταν εκείνος προσπάθησε να την μεταπείσει εκείνη του είπε:
«Μέχρι τώρα , έβλεπα πάντα την τύχη να μου χαμογελάει. Φοβάμαι μήπως η αγάπη για τη ζωή με εκθέσει σε σκληρές αλλαγές και τελειώσω το βίο μου άθλια, αφού υποστώ τα πιο φρικτά βάσανα. Γιατί ο θάνατος είναι πιο ευχάριστος όταν έρχεται και  είσαι ευτυχισμένος».
Στη συνέχεια, προέτρεψε τα παιδιά της να είναι μονιασμένα, τους μοίρασε την περιουσία της και αφού προσευχήθηκε στον Ερμή να την οδηγήσει μέσα από εύκολο δρόμο στον Άδη, ήπιε το κώνειο. Έδειξε με τη σειρά τα μέρη του σώματος της που πάγωναν και όταν ένοιωσε ότι το ψύχος έφτανε στα σπλάχνα και την καρδιά της, ζήτησε από τις κόρες της να της κλείσουν τα μάτια. Και το κείμενο τελειώνει:
  «Ημείς εκστατικοί προ του καινοφανούς θεάματος απήλθομεν δακρυρροούντες.» 
 
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top