Προσφυγικό, αποσχιστικές τάσεις (Καταλονία), πολιτικές ανατροπές (Πορτογαλία) και απειλές αποχώρησης (Βρετανία)



Οι περισσότερες οικονομίες της Ε.Ε. ανακάμπτουν με ασθενικούς ρυθμούς, παρά τα άνευ προηγουμένου μέτρα της ΕΚΤ και τη ραγδαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, η οποία ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.

Το 2015 θα ήταν υποτίθεται η χρονιά που η Ευρωπαϊκή Ενωση θα «έβλεπε το φως στην άκρη του τούνελ», ύστερα από μία πολυετή και άκρως επώδυνη κρίση, που ξέσπασε ως χρηματοπιστωτική και εξελίχθηκε σε οικονομική, με σοβαρό αντίκτυπο σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
Μία σειρά προκλήσεων, ωστόσο, που «θρέφουν» η μία την άλλη, την κρατούν παγιδευμένη σε οικονομική ακινησία και απειλούν την ενότητα και τη συνοχή της περισσότερο από ποτέ.
Ο εφιάλτης του λεγόμενου πολιτικού ρίσκου επέστρεψε και δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο, όπως συνέβαινε στην περίοδο που μονοπωλούσε τις ανησυχίες η ελληνική κρίση.
Η Ε.Ε. έρχεται αντιμέτωπη με τη χειρότερη προσφυγική κρίση από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την ανάδυση νέων αποσχιστικών τάσεων, όπως στην περίπτωση της Καταλονίας, το σκηνικό πολιτικών ανατροπών στην Πορτογαλία, αλλά και πιέσεις για θεσμικές αλλαγές από τη Βρετανία, που απειλεί να πει αντίο.
Ολα τα παραπάνω συνδέονται άμεσα με την οικονομική κρίση, που ποτέ δεν ξεπεράστηκε και την εντεινόμενη κοινωνική δυσφορία για τις σκληρές πολιτικές λιτότητας, που σήμαιναν μεγάλες θυσίες από την πλευρά των πολιτών, χωρίς όμως σε πολλές περιπτώσεις να φέρουν και τα προσδοκώμενα οφέλη.
Οι περισσότερες οικονομίες της Ε.Ε. ανακάμπτουν με ασθενικούς ρυθμούς, παρά τα άνευ προηγουμένου μέτρα της ΕΚΤ και τη ραγδαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, η οποία ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.
Οι συνεχείς και γενναιόδωρες ενέσεις ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα του ευρώ δεν έχουν ακόμη περάσει στην πραγματική οικονομία.
Οι τράπεζες, αντιμέτωπες με αυστηρότερους κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια, αλλά και χρόνια «αγκάθια», όπως τα «κόκκινα» δάνεια, αδυνατούν να συμβάλουν στην ανάκαμψη.
Οι χορηγήσεις δανείων προς νοικοκυριά και κυρίως προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των οικονομιών του ευρώ, έχουν αυξηθεί οριακά μόνο τους τελευταίους μήνες, ύστερα από τρία έτη συνεχούς συρρίκνωσης.
Το μήνυμα του επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι είναι σαφές: Η κεντρική τράπεζα θα συνεχίσει να στηρίζει με όλες τις δυνάμεις της, αλλά δεν μπορεί μόνη να οδηγήσει σε έξοδο από την κρίση.
Απαιτούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από τις κυβερνήσεις και ταχύτερα βήματα στην κατεύθυνση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης.
Στο τελευταίο αυτό πεδίο όχι μόνο δεν έχουμε πρόοδο, αλλά βαδίζουμε με την όπισθεν, καθώς η οικονομική κρίση σε συνδυασμό με την προσφυγική έχουν ενισχύσει τις φωνές των ευρωσκεπτικιστών, που δηλώνουν «δικαιωμένοι» από το σκηνικό ασυνεννοησίας, αλληλοκατηγοριών και αναποτελεσματικότητας.
Παράλληλα ακραίες δυνάμεις εκμεταλλεύονται τις συνθήκες για να περάσουν τη δική τους εθνικιστική, ξενοφοβική ατζέντα, αποσπώντας συχνά οφέλη και στην κάλπη.
Ενας φαύλος κύκλος είναι σε πλήρη εξέλιξη, με τα οικονομικά προβλήματα να γεννούν πολιτικά και τα πολιτικά να δυσχεραίνουν τις προσπάθειες για οικονομική ανάκαμψη.
Το προσφυγικό
Η εισροή εκατομμυρίων προσφύγων -η οποία βρήκε τους Ευρωπαίους απροετοίμαστους και σε αμηχανία- δοκιμάζει περισσότερο από καθετί άλλο τις αντοχές της Ενωσης.
Δεν είναι το οικονομικό κόστος που τρομάζει, καθώς τόσο η Κομισιόν όσο και οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι -παρά τις πιέσεις, που θα προκληθούν βραχυπρόθεσμα στα δημοσιονομικά- σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η υποδοχή προσφύγων θα έχει θετικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη.
Η κρίση αυτή ήρθε να ρίξει φως σε ένα στρεβλό και άδικο πλαίσιο (Συνθήκη Δουβλίνου), που επί χρόνια άφηνε τις χώρες εισόδου να επωμίζονται όλο το βάρος.
Τώρα -που όλοι αντιλαμβάνονται ότι είναι ένα πρόβλημα που αφορά ολόκληρη την ήπειρο- αντί για μία πανευρωπαϊκή λύση, έχουμε συνεχείς συγκρούσεις και αλληλοκατηγορίες και επαναφορά των συνοριακών ελέγχων, που γεννούν φόβους για de facto κατάργηση της Σένγκεν, η οποία επέτρεπε την ελεύθερη κίνηση ανθρώπων και αγαθών, ή ακόμη και κατακερματισμό της Ενωσης.
Μετά και την απόφαση της Γερμανίας να θέσει εκ νέου σε ισχύ τη Συνθήκη του Δουβλίνου, που την είχε αναστείλει για τους Σύρους πρόσφυγες, οι αντιδράσεις χωρών, όπως είναι η Σλοβενία και η Ουγγαρία, έχουν ενταθεί.
Brexit
Τα σχέδια της Βρετανίας για διεξαγωγή δημοψηφίσματος έως τα τέλη του 2017 για την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε. συνιστούν μία ακόμη πρόκληση που δοκιμάζει τη συνοχή της Ευρώπης.
Για την ίδια τη Βρετανία, η επιθυμία για τον επανακαθορισμό των σχέσεών της με την Ε.Ε. θα μπορούσε να επηρεάσει τους δεσμούς της χώρας με τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους, με ανάλογες οικονομικές επιπτώσεις.
Ηδη εντείνονται οι προειδοποιήσεις ότι τα σενάρια περί Brexit υπονομεύουν το κύρος του Σίτι του Λονδίνου ως ενός από τα μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά κέντρα στον κόσμο.
Τα αιτήματα της Ντάουνινγκ Στριτ αφορούν τέσσερα σημεία: προστασία της ενιαίας αγοράς για τη Βρετανία και άλλα κράτη-μέλη εκτός Ευρωζώνης, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε. με περιορισμό της γραφειοκρατίας, ενίσχυση των εξουσιών των εθνικών κοινοβουλίων, καθώς και περιορισμούς στην πρόσβαση των μεταναστών από χώρες της Ε.Ε. στα κοινωνικά επιδόματα.
Το μεταναστευτικό αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία μεταξύ των Βρετανών ψηφοφόρων.
Ορισμένες όμως μελέτες διαπιστώνουν ότι οι μετανάστες από την Ε.Ε. συνεισφέρουν περισσότερο στα φορολογικά έσοδα της Βρετανία απ’ ό,τι λαμβάνουν σε επιδόματα.
Οι επικριτές όμως ισχυρίζονται ότι οι μελέτες δεν λαμβάνουν υπόψη τις πιέσεις που ασκούνται στις δημόσιες υπηρεσίες από τις ροές μεταναστών.
Ως μέλος της Ε.Ε., η Βρετανία έχει πρόσβαση σε μια ενιαία αγορά 500 εκατ. καταναλωτών. Το 48% των βρετανικών εξαγωγών κατευθύνθηκε πέρυσι προς τις υπόλοιπες 27 χώρες-μέλη.
Ενδεχόμενο Brexit θα επηρέαζε την πρόσβαση της Βρετανίας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, με τεράστιο κόστος, που θα μπορούσε να ανέλθει έως και τα 215 δισ. στερλίνες (300 δισ. ευρώ) ή 14% του βρετανικού ΑΕΠ, σύμφωνα με μελέτη οικονομικών ινστιτούτων.
Η Βρετανία αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα τέταρτο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και περίπου το 8% του εθνικού της εισοδήματος προέρχεται από τράπεζες, χρηματιστηριακές εταιρείες, επενδυτικές και άλλες εταιρείες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Η Capital Economics προβλέπει ότι η Βρετανία θα μπορούσε να χάσει το ήμισυ των ετήσιων εξαγωγών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς την Ε.Ε. -που ανέρχονται σε 20 δισ. στερλίνες (28,3 δισ. ευρώ)- εάν αποχωρούσε από την Ενωση.
Ο χρηματοοικονομικός τομέας προσφέρει στη χώρα 14 εκατ. θέσεις εργασίας και προσελκύει το 30% των εισερχόμενων άμεσων ξένων επενδύσεων, δηλαδή το 17% του βρετανικού ΑΕΠ.
Η Ιβηρική σε αναταραχή
Το πολιτικό δράμα στην Πορτογαλία και η σύγκρουση της Μαδρίτης με την Καταλονία είναι δύο νέες «πληγές», που επιδεινώνουν το ήδη τεταμένο κλίμα του ευρωπαϊκού Νότου και δεν πρόκειται να διευθετηθούν τόσο ομαλά όσο θα ήθελαν οι αγορές.
Ο πολιτικός κίνδυνος και στις δύο χώρες της Ιβηρικής προκαλεί ξανά αναταράξεις στην Ευρώπη και κρατά σε κλοιό πιέσεων τα πορτογαλικά και ισπανικά κρατικά ομόλογα.
Στην Πορτογαλία η πτώση της δεξιάς κυβέρνησης του Πέδρο Πάσος Κοέλιο ανοίγει τις πόρτες για σχηματισμό κυβέρνησης από τον επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αντόνιο Κόστα, με τη στήριξη των τριών μικρότερων κομμάτων της Αριστεράς, κάποια από τα οποία τάσσονται και κατά της παραμονής στο ευρώ.
Η προοπτική αυτή γεννά έντονη αβεβαιότητα στην αγορά ως προς την πορεία των πολιτικών, καθώς οι Σοσιαλιστές είναι πιθανόν να προωθήσουν προτάσεις που θα ανατρέψουν κάποιες πολιτικές λιτότητας της προηγούμενης κυβέρνησης. Εντονη αβεβαιότητα προκαλεί και η ικανότητα της νέας κυβέρνησης να διατηρήσει την ενότητά της.
Ολη αυτή η εξέλιξη ασκεί πιέσεις στα πορτογαλικά κρατικά ομόλογα, με την απόδοση του 10ετούς να έχει ενισχυθεί περισσότερο από 45 μονάδες βάσης από το εκλογικό αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου.
Στις 9 Νοεμβρίου, η απόδοση του 10ετούς πορτογαλικού έφτασε μία ανάσα από το 3%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η αγορά ομολόγων της χώρας θα παραμείνει ευάλωτη, παρότι ο πολιτικός κίνδυνος έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος προεξοφληθεί και παράλληλα προειδοποιούν για πιθανή υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Πορτογαλίας, που σημαίνει ότι τα πορτογαλικά κρατικά ομόλογα δεν θα μπορούν πλέον να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Εντονη ανησυχία όμως επικρατεί και στην ισπανική αγορά κρατικού χρέους, από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Μαριάνο Ραχόι ανακοίνωσε χθες ότι η ισπανική κυβέρνηση προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά της απόφασης υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας που υιοθέτησε τη Δευτέρα το τοπικό κοινοβούλιο.
Και η κεντρική τράπεζα της Ισπανίας έκρουσε χθες τον κώδωνα του κινδύνου για τις προοπτικές της ισπανικής οικονομίας, επικαλούμενη μία σειρά από κινδύνους που έχουν αυξηθεί από τον Ιούνιο.
Σε αντίθεση όμως με την Πορτογαλία και την Ισπανία, η Ιταλία διαφοροποιεί τη θέση της, με τον υπουργό Οικονομικών της Πιερ Κάρλο Παντοάν να αναφέρει ότι η χώρα του βγαίνει από την κρίση χάρη στη στρατηγική συνολικής ανάπτυξης, στις μεταρρυθμίσεις και στις περικοπές φόρων.
Αυτό συμβάλλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη χώρα, προσέθεσε, εξέλιξη που ενισχύει την απασχόληση και την ανάπτυξη.
Ευελιξία ζητούν Ιταλία, Βέλγιο και Αυστρία
Την προσεχή βδομάδα με την έκδοση γνωμοδοτήσεων για τους προϋπολογισμούς των χωρών της Eυρωζώνης το 2016, η Κομισιόν θα ξεκινήσει και τη διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων χωρών-μελών να ληφθεί υπόψη το κόστος του προσφυγικού στην εξέταση της πορείας των δημοσίων ελλειμμάτων, στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας.
Μετά την υιοθέτηση από το Συμβούλιο Εcofin της εισήγησής της να αναγνωριστεί ως «εξαιρετική περίσταση» στο Σύμφωνο Σταθερότητας το προσφυγικό κόστος, η Κομισιόν θα ανακοινώσει την προσεχή βδομάδα τις γνωμοδοτήσεις της για τους προϋπολογισμούς των χωρών της Ευρωζώνης για το 2016.
Στο πλαίσιο αυτό θα εκδώσει μια οριζόντια προσέγγιση σχετικά με τα κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του κόστους του προσφυγικού το 2015 και 2016, ενώ έτος αναφοράς για τις συγκρίσεις θα είναι το 2014.
Στη συνέχεια θα αναλυθούν τα στοιχεία που έχουν υποβάλει οι χώρες, τα οποία θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι έχουν καταβάλει πρόσθετη δημοσιονομική προσπάθεια τόσο μέσω συλλογικής συμμετοχής τους στις κοινοτικές δαπάνες για τους πρόσφυγες όσο και μεμονωμένα σε εθνικό επίπεδο.
Αίτημα έχουν υποβάλει μέσω των προϋπολογισμών του 2016, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Αυστρία, οι οποίες εκτιμούν ότι οι πρόσθετες δαπάνες τους για το προσφυγικό μπορεί να προκαλέσουν υπέρβαση του ανώτατου ορίου του ελλείμματος (3%) και ζητούν ευελιξία.
Στα σχέδια προϋπολογισμού για το 2016, η Ιταλία εκτιμά το κόστος του προσφυγικού για το επόμενο έτος στα 4 δισ. ευρώ ή 0,2% του ΑΕΠ, η Αυστρία στο 1 δισ. ευρώ ή 0,3% του ΑΕΠ και το Βέλγιο στα 350 εκατ. ευρώ ή 0,1% του ΑΕΠ.
Στη Γερμανία, το Ινστιτούτο Ifo υπολογίζει ότι το κόστος μπορεί να εκτιναχθεί έως και τα 21 δισ. ευρώ το 2015.
Η Κομισιόν έχει υπολογίζει τις ανάγκες του προσφυγικού για τον κοινοτικό προϋπολογισμό στα 10 δισ. ευρώ το 2015 και το 2016, επιπλέον όσων δαπανά κάθε χώρα στο εσωτερικό της.
Απειλή η Αριστερά;
Τον δρόμο για σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον 54χρονο δημοφιλή πρώην δήμαρχο της Λισαβόνας Σοσιαλιστή Αντόνιο Κόστα, με τη στήριξη του Μπλόκου της Αριστεράς και των Κομμουνιστών και στόχο την ανατροπή των πολιτικών λιτότητας, ανοίγει η προχθεσινή καταψήφιση της κυβέρνησης του Πέδρο Πάσος Κοέλιο.
Το ενδεχόμενο ωστόσο σχηματισμού κυβέρνησης υπό τους Σοσιαλιστές θα είναι δύσκολο εγχείρημα για τον Κόστα, ο οποίος καλείται να ικανοποιήσει τις αγορές και τους Ευρωπαίους εταίρους και από την άλλη τα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφύλαξη λόγω της «αντιευρωπαϊκής» τους ρητορικής.
Το 2011 η Πορτογαλία ήταν η τρίτη χώρα της Ευρωζώνης μετά την Ελλάδα και την Ιρλανδία η οποία ζήτησε διεθνή βοήθεια ύψους 78 δισ. ευρώ, εφαρμόζοντας πολιτική σκληρής λιτότητας, σε μία χώρα όπου η ανεργία βρίσκεται στο 17% (30% στους νέους), ενώ ένας στους πέντε Πορτογάλους ζει κάτω από το όριο φτώχειας με εισόδημα λιγότερο από 5.000 ευρώ τον χρόνο. Μεταξύ 2011 και 2014 485.000 Πορτογάλοι εγκατέλειψαν τη χώρα.
«Μάχη» μεταξύ Μαδρίτης και Βαρκελώνης
Στο Συνταγματικό Δικαστήριο προσέφυγε χθες ο Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι, προκειμένου να μπλοκάρει την απόφαση του περιφερειακού κοινοβουλίου της Καταλονίας, την περασμένη Δευτέρα, με την οποία δρομολογείται διαδικασία απόσχισης από το ισπανικό κράτος.
Σε δηλώσεις του ο Ραχόι χαρακτήρισε την προσφυγή «όχι μόνο αντίδραση στο ψήφισμα που πέρασε ένα κοινοβούλιο, αλλά υπεράσπιση ολόκληρης της χώρας».
«Πρόκειται για κραυγαλέα αγνόηση των θεσμών του κράτους. Επιχειρούν να απομακρυνθούν από τη Δημοκρατία. Δεν θα το επιτρέψω», τόνισε σε συνέντευξη Τύπου ο Ισπανός πρωθυπουργός, προϊδεάζοντας κάθε άλλο παρά για βελούδινους καιρούς, σε μία χώρα που το καταλανικό ζήτημα ξυπνά μνήμες από την εποχή του Φράνκο και του αιματηρού ισπανικού εμφυλίου του 1936.
Το Ισπανικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει την απόσχιση οποιασδήποτε περιοχής και αν το Δικαστήριο αποδεχθεί την κυβερνητική προσφυγή, η απόφαση του καταλανικού κοινοβουλίου θα ανασταλεί για αρκετούς μήνες, γεγονός που θα επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Βαρκελώνης και Μαδρίτης.
Αλλαγές ή έξοδος
Δύο είναι οι βασικές αλλαγές που ζητεί ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, προκειμένου να στηρίξει την παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε. εν όψει του δημοψηφίσματος που έχει αναγγείλει για το 2017: Περιορισμός στη μετανάστευση από χώρες κυρίως του πρώην ανατολικού μπλοκ και εξαίρεση της Βρετανίας από τις διαδικασίες για πιο στενή ενοποίηση της Ε.Ε.
Στην περίπτωση που η Ε.Ε. δεχόταν το πρώτο αίτημα, θα παραβίαζε μία από τις θεμελιώδεις αρχές της, αυτήν της ελεύθερης διακίνησης εργαζομένων και προσώπων, γεγονός που θα μπορούσε να εγείρει ανάλογες αξιώσεις για επαναδιαπραγμάτευση και από άλλα κράτη-μέλη.
Αν δεν βρεθεί κοινός τόπος και ο Κάμερον προσχωρήσει στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της εξόδου από την Ε.Ε., τότε αυξάνονται οι πιθανότητες ενός «όχι» στο σχεδιαζόμενο δημοψήφισμα.
Το Συντηρητικό Κόμμα είναι άλλωστε ήδη διχασμένο στο ζήτημα αυτό, με την επιρροή του ευρωσκεπτικιστικού UKIP να ενισχύεται, ενώ έντονος προβληματισμός έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και στο Εργατικό Κόμμα για το ποια στάση θα κρατήσει στο δημοψήφισμα του 2017.
Ανοιχτή πληγή
Περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες έχουν εγκαταλείψει τη Συρία από το 2011 που ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος.
Οι περισσότεροι έχουν καταφύγει στις γειτονικές χώρες, την Τουρκία, τον Λίβανο και την Ιορδανία. Η Τουρκία είναι η μεγαλύτερη χώρα υποδοχής με 2,1 εκατ. Σύρους πρόσφυγες.
Από το καλοκαίρι αυξήθηκε η ροή προσφύγων από τα τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου με στόχο να περάσουν μέσω Ελλάδας και Βαλκανίων στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.
Ηταν οι εικόνες των δεκάδων ναυαγίων με θύματα, πολλά από τα οποία μικρά παιδιά, και οι προσπάθειες των προσφύγων να περάσουν από τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων στη Βόρεια Ευρώπη που έθεσαν επί τάπητος την ανάγκη αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης.
Η μόνη συγκεκριμένη απόφαση που έχουν πάρει ωστόσο μέχρι στιγμής οι Ευρωπαίοι ηγέτες, είναι αυτή της μετεγκατάστασης 120.000 προσφύγων και της μοιρασιάς τους αναλογικά, ζήτημα ωστόσο που διχάζει τα κράτη-μέλη, με τις ξενοφοβικές και αντιμεταναστευτικές φωνές της άκρας Δεξιάς να κερδίζουν έδαφος σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

ΠΗΓΗ: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top