Του ΘΑΝΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ


Η μετανάστευση μεσοαστών για ένα καλύτερο μέλλον σε πίνακα του Ford Madox Brown


Μια παρενέργεια της πολυετούς ύφεσης στην Ελλάδα είναι και η μετανάστευση της επιστημονικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής αφρόκρεμας του τόπου, με χιλιάδες μορφωμένους, ταλαντούχους και διψασμένους για δημιουργία νέους να ξενιτεύονται. Αυτό το «brain drain», ταυτόχρονα με τις περιπέτειες ξένων μεταναστών και προσφύγων στο Αιγαίο, που απασχολούν τους τελευταίους μήνες την παγκόσμια ειδησεογραφία, μου φέρνει στον νου έναν συγκεκριμένο πίνακα: μια ελαιογραφία που ζωγράφισε πριν από 160 χρόνια (μεταξύ 1852 και 1855) ο Ford Madox Brown.

Στον εν λόγω πίνακα απεικονίζεται ένα ζευγάρι μεταναστών που αφήνει την Αγγλία με προορισμό μια καινούργια ζωή στην Αυστραλία. Το περιβάλλον, ο χρόνος και οι προσωπικές αναφορές ζωγράφου και κεντρικού ήρωα του πίνακα αυτής της «φυγής» θυμίζουν έντονα την Ελλάδα της κρίσης όπου χιλιάδες νέοι αναζητούν καλύτερη ζωή εκτός συνόρων. Ο μεν "ήρωας" είναι υπαρκτό πρόσωπο. Πρόκειται για τον Προραφαηλίτη γλύπτη Thomas Woolner, φίλο του Brown, που άφησε την Αγγλία μεταναστεύοντας στην Αυστραλία τον Ιούλιο του 1852. Τη χρονιά δηλαδή που ο ζωγράφος άρχισε να δημιουργεί το συγκεκριμένο έργο και κατά την οποία περισσότεροι από 350.000 Άγγλοι μετανάστευσαν, κυρίως λόγω πλεονάζουσας προσφοράς εργασίας στη βιομηχανία και συνεπαγόμενης πτώσης των μισθών αλλά και της σιτοδείας των προηγούμενων χρόνων. Ο δε δημιουργός της σύνθεσης είχε τότε κατά νουν να μεταναστεύσει οικογενειακώς σε άλλη αποικία της αυτοκρατορίας, την Ινδία.

Ο πίνακας "The Last of England" (Αποχαιρετισμός στην Αγγλία) παρουσιάζει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του κινήματος των Προραφαηλιτών, με προεξάρχοντα τον κοινωνικό ρεαλισμό. Δεν λείπει όμως και ένα ακόμη, εκείνο της χρήσης διαχρονικών συμβόλων δανεισμένων συχνά από τη μυθολογία ή την Αγία Γραφή. Ακόμη και στον πίνακα αυτόν, όπου ο ζωγράφος χρησιμοποιεί ως μοντέλα τον ίδιο και τη σύζυγό του Έμμα, ντυμένους με ρούχα ανθρώπων της μεσαίας τάξης συγκεκριμένης εποχής (της Βικτωριανής) και σε συγκεκριμένο τόπο (κοιτάζοντας την Αγγλία για τελευταία φορά, με φόντο τα λευκά βράχια του Ντόβερ στο βάθος) οι διαχρονικές, αναφορές -και εν προκειμένω Βιβλικές- δεν λείπουν. Η σύνθεση θυμίζει έντονα τη «Φυγή» Ιωσήφ και Μαρίας στην Αίγυπτο. Η Έμμα (η Ματίλντα Έμμα Χιλ παντρεύτηκε τον ζωγράφο το 1853 στη διάρκεια της δημιουργίας του έργου) με υγρά από θλίψη μάτια φορά μια κουκούλα στο κεφάλι η οποία το περιβάλλει εν είδει φωτοστέφανου. Ο «φωτοστέφανος» αυτός μάλιστα «φωτίζεται» ακόμη περισσότερο από έναν άλλον ομόκεντρο εγγεγραμμένο κύκλο, το κόκκινο μαντήλι που σκεπάζει τα μαλλιά και ανεμίζει στις άκρες προς τα δεξιά της. Το ίδιο εσωτερικό κόκκινο μαντήλι βλέπουμε σε πλείστες όσες απεικονίσεις της Παναγίας, από την "Ένθρονη Παρθένο με το Βρέφος» του Margarito di Arezzo τον 13ο αιώνα μέχρι την ελαιογραφία «Ο Άγιος Λουκάς παρουσιάζει την εικόνα της Παρθένου» του Guercino τον 17ο αιώνα.

Δεν είναι όμως μόνο ο «φωτοστέφανος» ο κύκλος που χαρακτηρίζει τον πίνακα. Οι κάπες των δύο συζύγων μαζί με την ομπρέλα που κρατά ο άντρας για να προφυλάσσει τη γυναίκα από τον αέρα και το κρύο, το καπέλο του σε συνδυασμό και με το σχήμα της φούστας από το σταυρωτό κάθισμά της, σχηματίζουν επίσης έναν κύκλο. Στο κέντρο του βρίσκονται ενωμένα τα χέρια τους που καταλήγουν σε πιασμένες παλάμες, παραπέμποντας έτσι στο «Κύκλο της Αγάπης» ο οποίο είναι και αυτός ομόκεντρος και εγγεγραμμένος στο στρογγυλό πάνελ (οβάλ για την ακρίβεια, διαστάσεων 82,5 εκ. x 75 εκ.) που χρησιμοποιήθηκε αντί καμβά για την αποτύπωση της ελαιογραφίας, σχήμα αρκετά συνηθισμένο στην αναγεννησιακή τέχνη, γνωστό και ως «tondo».

Το παιδί στο βάθος αριστερά είναι η κόρη της Emma, η δίχρονη όταν ξεκίνησε ο πίνακας Catherine, με πρόσωπο που κατοπτρίζει με φυσικότητα ένα ακόμη συναίσθημα πλάι στην αγωνία και τη θλίψη των μεταναστών, τον φόβο ενός παιδιού για το άγνωστο. Το δε χέρι του μωρού που φαίνεται ενωμένο με τη γυναίκα καθώς προστατεύεται στη ζεστασιά των ρούχων της υποτίθεται ότι είναι εκείνο του γιου τους, Oliver.

Σε αντίθεση με τους κεντρικούς ήρωες, τα υπόλοιπα πρόσωπα είναι χαμογελαστά, χαρούμενα, κάποιος με χαλασμένα δόντια σφίγγει μια γροθιά, κάτι σαν «μαύρη πέτρα πίσω μου», μια γυναίκα καπνίζει τσιμπούκι.

Η πληθώρα λαχανικών στο βάθος υποδηλώνει τη μεγάλη διάρκεια, του ταξιδιού ενώ εύγλωττη είναι η ονομασία πάνω στη σωσίβια λέμβο («Eldorado») καθώς παραπέμπει στην αναζήτηση χρυσού και μιας πλουσιότερης ζωής.

Υπάρχουν σήμερα δύο ολοκληρωμένες βερσιόν του έργου, το οποίο αρχικώς ονομαζόταν «The Last Sight of England»: η μία βρίσκεται στο Birmingham Museum and Art Gallery και η άλλη στο Fitzwilliam Museum του Cambridge, ενώ μια αναπαραγωγή σε ακουαρέλα που δημιουργήθηκε μια δεκαετία αργότερα βρίσκεται στο Tate Britain, που φιλοξενεί άλλωστε και τα περισσότερα από τα πιο γνωστά αριστουργήματα των Προραφαηλιτών ζωγράφων. 
 
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top