Τέτοιες μέρες ο νους μου πίσω σε χρόνια και σε συνήθειες που σιγά – σιγά ξεχνιούνται.
Θα`ρθει ο παπάς να σηκώσει ο ύψωμα έλεγε η θεοφοβούμενη θεία Χρυσούλα, που το είχε σε κακό να μην έρθει στο σπίτι να ευλογήσει τη λειτουργιά, που τη ζύμωνε με τόση θεοσέβεια και τόσες προσευχές. Κάποια χρονιά ο πατέρας, που τη λάτρευε, όπως όλοι μας άλλωστε, έτσι για χωρατό την έκρυψε και είπε τάχα πως την πήρε στον καφενέ και τη φάγανε με τυρί για μεζέ με το ουζάκι τους.
-Τη φάγατε Νίκο μου; Τη λειτουργιά που θα ευλογούσε ο παπάς; Έπεσε του θανατά, καθώς δε της πήγαινε και να πει κουβέντα του πατέρα μου, ο οποίος τις είχε μαζέψει όλες τις αδερφές που σώθηκαν από το χαλασμό της Σμύρνης και τον είχαν σαν εικόνισμα.
-Νίκο μου γιατί; Δε φοβήθηκες το Θεό που σας είδε ;
-Καλά μη κάνεις έτσι θα σου αγοράσω άλλη είπε –τάχα ο πατέρας.
-Να αγοράσεις από τον φούρνο; Εγώ για να τη ζυμώσω νηστεύω, προσεύχομαι παρακαλώ το Θεό για την υγεία μας και την ανάπαυση των δικών μας που χάθηκαν στη καταστροφή. Τι νομίζεις πως είναι η λειτουργιά –ψωμί;
Καλά μη κάνεις έτσι-της είπε ο πατέρας και τη φανέρωσε γελώντας.
Αληθινά δεν υπήρχε σπίτι παλιά, που στη γιορτή του νοικοκύρη- κυρίως , δευτερευόντως στις άλλες γιορτές-που να μην πήγαινε ο παπάς στο σκόλασμα της εκκλησίας, να χαιρετήσει και να ευλογήσει, να διαβάσει, να ευχηθεί και να σηκώσει το ύψωμα. Ήταν μια ιεροτελεστία που κράταγε εθιμικά από χρόνους παλιούς και διαιωνιζότανε κυρίως στα μικρά μέρη που ο παπάς γνώριζε όλους του ενορίτες με τα μικρά τους ονόματα και όχι μόνο, αλλά κατά κάποιον τρόπο όντας και εξομολόγος τους γνώριζε τα παραμέσα τους και κατά κάποιον τρόπο ήταν και ο οικογενειακός τους σύμβουλος.
Η εκκλησία ήταν το κέντρο της ενορίας και οτιδήποτε συνέβαινε ο παπάς είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο.
Ζούσαμε στην εκκλησία και η εκκλησία ζούσε μέσα μας στη λύπη και στη χαρά. Στο γάμο και στο πένθος. Στο σχόλασμα της λειτουργίας, συνήθως, ο παπάς θα πήγαινε στο σπίτι κάποιου ενορίτη, να πιει καφέ κι εκεί καθώς μαζευότανε κι άλλοι συγγενείς και φίλοι- όλο το σαλόνι γεμάτο-ο παπάς έκανε ένα δεύτερο κήρυγμα –ίσως και πιο ουσιαστικό-καθώς- με κάποια αφορμή -αναφερότανε στην καθημερινότητα της ενορίας. Εκεί μάλιστα ήταν κήρυγμα με διαλεκτική μέθοδο, διότι υπήρχαν-το έζησα προσωπικά σε συγγενικό σπίτι-και αντίθετες απόψεις και ο παπάς, αν μάλιστα τύχαινε και…διαβασμένος θεολογικά, εύρισκε την ευκαιρία να αναφερθεί σε γενικότερα ζητήματα της κοινωνίας και του τόπου.
-Τι λες παπά μου εσύ – ρώταγε η θεία Χρυσούλα τον Παπα-Κώστα και κρεμότανε από τα χείλη του.
Βέβαια αυτό σήμαινε πως και ο παπάς καθώς βρισκότανε κάτω από το βλέμμα όλων, έπρεπε να προσέχει το τι λέει και το που πατάει και πως. Και όχι μόνο αυτός, αλλά και η πρεσβυτέρα του. Στο στόχαστρο κι αυτή και τα παιδιά του παπά.
-Σήμερα ο Χρήστος-ο γιος του παπά-τις έφαγε από τη Ναταλία γιατί δεν ήξερε ιστορία.
Ήταν η ευκαιρία να βγάλουμε τα απωθυμένα μας καθώς στην ενορία ο παπάς ήταν πάντα το παράδειγμα για μίμηση. Στόχος κι αυτός και η οικογένειά του.
Στα γιορτάσια η συμμετοχή του παπά να σηκώσει το ύψωμα ήταν το γεγονός. Να μη λείψει κανείς ήταν η απαράβατη εντολή της μάνας.
Τα θυμήθηκα μέρες που είναι και θέλοντας και μη γυρίζεις πίσω. Τότε που οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί .Πιο μικρή η κοινωνία βέβαια. Πιο σφιχτά δεμένη η ενορία, πιο καταλυτική η παρουσία του παπά στην καθημερινότητα. Τότε που σηκωνόμαστε να χαιρετίσουμε τον παπά και τα παιδιά τρέχαμε να του φιλήσουμε το χέρι. Τότε που ο Κυριακάτικος εκκλησιασμός ήταν κι αυτός ένα γεγονός. Τότε που φορούσαμε τα καλά μας ρούχα για να πάμε στην εκκλησία –στο σπίτι του Θεού-και ήταν αδιανόητο να γιορτάσουμε χωρίς να έρθει στο σπίτι να σηκώσει- να ευλογήσει- να διαβάσει, να ευχηθεί υπέρ μακροημερεύσεως ζώντων και αναπαύσεως των κακοιμημένων ο παπάς. Αναρωτιέμαι τι έφταιξε τάχα και άλλαξε ο κόσμος γύρω μας. Ή τάχα αλλάξαμε εμείς και δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε;

Σταύρος Ιντζεγιαννης

 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top