Μια κατάθεση ψυχής και καρδιάς για μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, όπου οι άνθρωποι κάνουν τη δική τους περισυλλογή και οι φτωχοί ελπίζουν από τον Άη-Βασίλη ένα καλύτερο χρόνο απ’ αυτόν που πέρασε!... Καλή Χρονιά!..

ΕΣΚΟΥΖΕ πολύ εκείνο το έρμο το γουρούνι που τό ’σφαζαν οι γείτονες για να κάνουν τη δική τους Πρωτοχρονιά!... Το χιόνι σχεδόν είχε παγώσει και μόνο μία διπλανή βρύση σιγο-μουρμούριζε το δικό της τραγούδι!.Κι ήταν πολύς κόσμος, βρε παιδί μου!.. Πολλά παιδιά που φώναζαν από χαρά γιατί θα έκαναν «φούσκα» από την κύστη του γουρουνιού, τρίβοντάς την στη στάχτη, ο παπα-Σπύρος με το επιτραχήλι του, ο Χόζοβας, οι Τσουραπαίοι, οι Βαρδαίοι, ο Αβράμης και, φυσικά, η μανούλα μου, που ήταν εκεί μ’ ένα λιβανιστήρι για να διώξει τον «εξαποδώ» που παραμόνευε κάτι τέτοιες μέρες, ιδίως όταν σφάζανε χοιρινά!
--Στα τσακίδια να πάει!
--Ποιος, ρε μάνα, ο Άη-Βασίλης;
--Σώ(πα), παιδάκι, μου, μη βλαστημάς, τέτοιες μέρες!.. Ο χρόνος, που φεύγει να πάει στα τσακίδια και όχι ο Άη-Βασίλης (κι έκανε το σταυρό της).
--Γιατί στα τσακίδια;
--Γιατί μας ορφάνεψε τον τόπο!.. Τούτο το χρόνο μας άδειασε το χωριό ο παλιο-ψωριάρης ο χρόνος!.. Δεν το βλέπεις τι μας έκανε; Φύγανε ούλοι!... Πόσοι πήγαν στη Γερμανία, την Αυστραλία και την Αμερική; Οι Τσεκουλαίοι φύγανε!.. Ο Σπήλιος με την οικογένειά του πήγε στην Αθήνα, οι Αβραμαίοι έφυγαν στο Αίγιο, το παιδί μου, ο Ανδρέας μου, πήγε στην Αθήνα, ο Λάκης μου πήγε στρατιώτης. Ποιος να πρωτοθυμηθώ; Στα τσακίδια να πάει!.. Στα τσακίδια!...
--Μη στενοχωριέσαι, ρε μάνα, ο Θεός είναι μεγάλος!
--Πάρε λίγο από τον καρύτζαφλο να φας!..
Καρύτζαφλο λέγαμε το καρύδι, που έκοβαν απ’ το λαιμό του γουρουνιού, το οποίο ήταν το πρώτο κρέας του χοιρινού που έριχναν στη φωτιά να ψηθεί και το τρώγανε όλοι μαζί σαν μεζέ, μέχρι ν’ αρχίσει το άλλο «πανηγύρι» (να κρεμάσουν το γουρούνι από το πάτερο του σπιτιού, να το γδάρουν, να του βγάλουν τα σπλάχνα του για να τα κάνουν λουκάνικα και ωματιά (ένα είδος λουκάνικου με σταφίδες και φέτες πορτοκαλιού), να βράσουν το κεφάλι του για να το κάνουν πατσά, από το κρέας να κάνουν παστό και τσιγαρίδες, να κάνουν φέτες το δέρμα του από το οποίο θα βράσουν το λίπος του να γίνει ξύγκι, άσπρο σαπούνι και το ίδιο το δέρμα (η σγόρτσα, όπως λέγαμε) να γίνει γουρουνοτσάρουχα! Στη συνέχεια άρχιζε το φαγοπότι, το τραγούδι και ο χορός!
Ολόκληρη επιχείρηση ένα χοιρινό, που υπάρχει στο σπίτι. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι φτωχικές οικογένειες, αν χάνανε ένα γουρούνι, που πέθαινε (δεν μ’ αρέσει ο όρος ψόφαγε) από αρρώστια, τα σκουσμάρια και οι φωνές των γυναικών έφθαναν μέχρι τον ουρανό! Μιλάμε για τόση φτώχεια!..
--Που το πας το λιβανιστήρι, θειά; ρώτησε ο ξάδελφός μου ο Χρήστος που έφθανε στο σπίτι με μια σχετική ευθυμία μαζί με τον Ρουσγουτογιώργη, το άλλο «πειραχτήρι» του χωριού.
--Στο σπίτι!.. Είχα πάει στο «πανηγύρι» του γείτονα
να λιβανίσω το «σφαχτό» για κανένα δαιμονικό!, απάντησε η μανούλα μου.
--Πάντως το δικό μου σπίτι δεν θέλει λιβάνισμα, κουμπάρα!, είπε ο Ρουσγουτογιώργης!
--Γιατί, κουμπάρε; ρώτησε η μάνα μου.
--Γιατί ο διάβολος και να ’ρθει δεν θα βρει τίποτε μέσα!..
Γελάσαμε όλοι. Αλλά ακόμη περισσότερο όταν ακούσαμε ότι πάνω στο χορό, που έκαναν στου γείτονα, έσπασε ένα μαδέρι και ο Βαρδόγιαννης, που χόρευε μπροστά, πάρα λίγο να βρεθεί κάτω στο κατώι (κατώγι)!..
--Στο κατώϊ; ρώτησα με σχετική αφέλεια!
--Στο κατώι!..
--Θα πήγε να κάνει παρέα στον …άλλον, που βρήκαν προχθές!, είπε γελώντας ο Ρουσγουτογιώργης, κλείνοντας το δεξί του μάτι και έσκασαν όλοι στα γέλια με μια σχετική δική μου απορία, που δεν καταλάβαινα γιατί.
--Ξέρεις, Αγγελάκο, μου λέει ο ξάδελφός μου, σ’ ένα κατώϊ προχθές βρήκαν έναν ανθρώπινο σκελετό!
--Σκελετό;
--Σκελετό! Πλάκωσαν και οι Χωροφύλακες… άστα… μη τα συζητάς!
--Γιατί;
--Γιατί αποδείχτηκε αλήθεια εκείνο που έλεγαν ορισμένοι δικοί μας πως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1945 ο τάδε (έσκυψε στ’ αυτί μου και μού είπε το όνομα), στο διπλανό χωριό, σκότωσε με ένα τσεκούρι έναν αντάρτη και τον έθαψε στο κατώι του. Από τότε ήταν θαμμένος εκεί και κανείς δεν το ήξερε!... Άστα!...
Μούδιασα!.. Σκελετός μέσα σ’ ένα σπίτι και μάλιστα στο κατώι…Ζωντανοί και νεκροί μαζί!.. Πολλές σκέψεις και ανατριχιαστικές εικόνες στριφογύριζαν στο μυαλό μου, μέχρι την ώρα που ορισμένα παιδιά με ξύπνησαν από τον μισο-λήθαργό μου:
--Να τα πούμε;
--Και δεν τα λέτε;
-- «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά, κι αρχή … κι αρχή καλός μας χρόνος…». Χρόνια Πολλά!
-- Παιδιά σας πειράζει που το μόνο δωράκι, που έχω, είναι λίγος καρύτζαφλος;
-- Νάσαι καλά!... Χρόνια Πολλά!, είπαν, αφού πήραν το «δωράκι» τους, με τη δική τους ευθυμία και χαρά τα παιδιά που τα φίλεψα εκείνο, που με φίλεψε η δική μου μανούλα!..
Καλή Χρονιά σε όλους σας!..

Με σεβασμό και τιμή

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ

 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top