Ενα βιβλίο γραμμένο από το φυλακισμένο «επιχειρησιακό αρχηγό» και εκτελεστή της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα, έρχεται να ρίξει φως στην πιο σκοτεινή σελίδα της Μεταπολίτευσης.
Τα «Επίκαιρα» δημοσιεύουν αποσπάσματα από το βιβλίο "Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη", στο οποίο το καταδικασθέν σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης περιγράφει το πώς «γνώρισε» το χώρο της «ένοπλης πάλης», ακτινογραφεί τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της 17Ν καθώς και με τις άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις, αποκαλύπτει πώς γινόταν η επιλογή των στόχων και οι προετοιμασίες για τα «χτυπήματα». 

Παράλληλα, φέρνει στο φως άγνωστα στοιχεία για τη δράση των έγκλειστων τρομοκρατών, όπως για παράδειγμα επιθέσεις που οργανώθηκαν αλλά ποτέ δεν έγιναν στην πρεσβεία των ΗΠΑ, αλλά και το σχεδιαζόμενο χτύπημα κατά του αγγλικού αεροπλανοφόρου «ARC ROYAL» στον Πειραιά την περίοδο του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, που αποτράπηκε την τελευταία στιγμή.
 
Ο Κουφοντίνας προχωρά κατ' ουσίαν σε έναν απολογισμό της δράσης των τρομοκρατικών οργανώσεων στη χώρα από τους πρώτους μήνες της Μεταπολίτευσης μέχρι και την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, το καλοκαίρι του 2002. Περιγράφει πώς ο ίδιος εντάχθηκε στον ΕΛΑ, πώς στη συνέχεια υπήρξε η «αποκόλληση» ενός σκληρού πυρήνα που ενίσχυσε τη 17Ν, πώς «άκμασε» η οργάνωση τη δεκαετία 1983-1992, για να ακολουθήσει η σταδιακή κρίση και τελικά η εξάρθρωση της.
 
Το φθινόπωρο του 77 σκοτώνεται ο Χρήστος Κασσίμης. Ο θάνατος του σηματοδοτεί ανακατατάξεις στο χώρο του ΕΛΑ, διαφωνίες που θα εξελιχθούν σε μια δεύτερη διάσπαση (είχε προηγηθεί το 1975 η πρώτη αποχώρηση μελών της οργάνωσης, που θα ιδρύσουν τη 17 Νοέμβρη) και που θα οδηγήσουν στην ουσιαστική διάλυση δυο χρόνια αργότερα. Στις συζητήσεις πρωταγωνιστεί ο Τσουτσουβής. «Στα τέλη του 1979 συναντήθηκαν περίπου δέκα, τα "σημαντικότερα" μέλη του ΕΛΑ. Συζητούσαν συνεχώς επί μια εβδομάδα για όλα τα ζητήματα, κυρίως την αναβάθμιση της υποδομής και του επιπέδου των δυναμικών ενεργειών. Η πρόταση που συνόψιζε τη λογική του Χρήστου Τσουτσουβή ήταν να "συγκεκριμενοποιηθεί" η οργάνωση. (...) Η συνάντηση διαλύθηκε. Μαζί της διαλύθηκε και ο ΕΛΑ.
 
Το σύνολο σχεδόν των μελών αποχώρησε. Ήταν το τέλος του ΕΛΑ της Μεταπολίτευσης. Εκείνοι που αποχώρησαν με σκοπό να δράσουν πήραν μαζί τους κι ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού από τις δυο γιάφκες που κρατούσε η οργάνωση».
Ο Κουφοντίνας θα παραμείνει στη μητρική οργάνωση, όχι όμως για πολύ, καθώς αναζητά τη δράση. Τη δράση που προσφέρει η 17 Νοέμβρη.
 
«Η οργάνωση είναι η ζωή μου» γράφει σε μια αποστροφή του, επιχειρώντας να καλύψει τα πάντα πίσω από την αφοσίωση του στον «ένοπλο αγώνα». Ο ίδιος περιγράφει πώς το 1981 σε ένα από τα «σπίτια» των τρομοκρατών ήρθε σε επαφή με την πρώτη μαγιά της 17Ν. «Κάποια στιγμή, μέσα από τους περίπλοκους δρόμους της αλληλεγγύης, ήρθε και ακούμπησε δίπλα μου ένα μικρό χαρτόκουτο. Από χοντρό χαρτόνι ένα κουτί συσκευασίας για γάλα εβαπορέ. "Να το φυλάξουμε λίγο καιρό". Δεν ήταν κλειστό. Ούτε υπήρχε υπόδειξη "μην αγγίζετε". Μια μικρή γραφομηχανή, ένας πολύ μικρός πολύγραφος οινοπνεύματος, δύο πινακίδες αυτοκινήτου, δύο μεγάλες μεταλλικές κινέζικες χειροβομβίδες, ο επικρουστήρας της μιας κουνιόταν, είχε κολληθεί με πλατύ λευκοπλάστη, δύο χοντρά μάλλινα γάντια, μία μπερέτα, πιστόλι των 32, άλλο ένα των 32 πιο μικρό, βελγικό, και ένα σαρανταπεντάρι. Φαινόταν πολύ παλιό, η κάννη του ήταν σαν σκαμμένη από το χρόνο και τη χρήση. Βαρύ, σαν Ιστορία. Εκείνο το κιβώτιο ήταν η 17Ν».
 
Η γνωριμία με τον Σάββα Ξηρό και η αρχή του τέλους
Στο βιβλίο του ο Δημήτρης Κουφοντίνας αποκαλεί τους «συντρόφους» του με ψευδώνυμα - ούτε καν με τα συνθηματικά «παρατσούκλια» τους. Εξαίρεση ο Σάββας Ξηρός και οι νεκροί Χρήστος Τσουτσουβής και Γιάννης Σκανδάλης. Αναφέρει χαρακτηριστικά για τη γνωριμία τους: «Νέες στρατολογίες δυναμώνουν πολιτικά, τεχνικά και επιχειρησιακά την οργάνωση. Μαθαίνω για ένα νέο μέλος με πολύ έξυπνες ιδέες και μεγάλες ικανότητες και δυνατότητες. Συναντώ αμέσως τον Σάββα και γινόμαστε αχώριστοι. Φίλοι και σύντροφοι. Είναι αντικομφορμιστής στη σκέψη, μεθοδικός και σταθερός στη δράση, θεληματικός στις αποφάσεις του. Αναβαθμίζει, ανάμεσα στα άλλα, και το τεχνικό εργαστήρι».
 
Ο Ξηρός εξελίσσεται στον πιστό συνο¬δοιπόρο του Κουφοντίνα στις επικίνδυνες αποστολές, μέχρι την τελευταία, στον Πειραιά. «Τελευταία φορά που τον είδα σωματικά ακέραιο, έστριβε ανάμεσα στους θάμνους εκείνο το βράδυ στον Πειραιά. Τα τελευταία σίγουρα βήματα του Σάββα. Δεν μπορούσαμε τότε να φανταστούμε ότι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής ήταν μπροστά μας, ότι θα το πλησιάζαμε βήμα το βήμα, θα το φτάναμε. (...) Η έκρηξη ήταν μικρή, υπόκωφη. Μια φευγαλέα λάμψη, ένα σύννεφο καπνού και σκόνης σηκωνόταν στον αέρα. Τόσα χρόνια, κάθε φορά που βάζαμε μια βόμβα, είχαμε φανταστεί τον κρότο, τη λάμψη, το ωστικό κύμα μιας άκαιρης έκρηξης να περνούν από μέσα μας. Αποδεχόμασταν το ρίσκο, προσπαθούσαμε να το μηδενίσουμε. Δε θα μας ξάφνιαζε, δε θα παραπονιόμασταν. "Τουλάχιστον να είναι γερή" χαμογελούσε ο Σάββας. 

Τώρα τον είχε σωριάσει στο πλακόστρωτο. Το πρόσωπο κατάστικτο, μαύρα και κόκκινα σημάδια, τα μαλλιά μες στο αίμα, η μπλούζα μπροστά είχε εξαερωθεί, έλειπε, όλο το δέρμα ήταν κόκκινο αλλά δεν αιμορραγούσε. (...) "Μπορείς να περπατήσεις;" φώναξα. "Φύγε εσύ. Εσύ φύγε". Εκείνη την ώρα, τόσο κοντά στον παντοτινό μας συνοδοιπόρο, σκεφτόταν μόνο το σύντροφο του. Ήθελε να φύγω, να μη μείνω δίπλα του».

(Το άρθρο συνεχίζεται)

ΕΠΙΚΑΙΡΑ



 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top