H πολιτική ιστορία της μεταπολιτευτικής περιόδου διδάσκει ότι καμία πρόταση μομ­φής δεν είχε ως αποτέ­λεσμα την ανατροπή της κυβέρνησης. Παρ' όλα αυτά, όλα τα κατά καιρούς κόμματα αξιω­ματικής αντιπολίτευσης χρησιμοποίησαν αυτό το κοινοβουλευτικό όπλο. Προφανώς όχι επειδή είχαν ψευδαισθήσεις ως προς το αποτέλεσμα, αλλά επειδή εξυπηρετούσε την αντιπολιτευτική στρατηγική τους.
 
Η πρόταση μομφής μπορεί να έγινε με λάθος αφορμή, αλλά είχε διπλό στόχο:
•  Πρώτον, να υπογραμμίσει στα μάτια της κοινής γνώμης την κατηγορηματική αντίθεση του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβερ­νητική πολιτική. Η κατάσταση είναι πε­ρισσότερο από δραματική και ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να εκφράσει πολιτικά και να κεφαλαιοποιήσει εκλογικά την απόγνωση και την οργή που σαρώνει τη μικρομεσαία θάλασσα. Ο Τσίπρας το προσπάθη­σε, αποδομώντας με αρκετή επιτυχία όχι μόνο γενικά την κυβερνητική πολιτική, αλλά και προσωπικά τον πρωθυπουργό.
•  Δεύτερον, για να πολώσει το κλίμα και να στριμώξει πολιτικά τη ΔΗΜΑΡ και ανε­ξάρτητους βουλευτές που τηρούν επαμ­φοτερίζουσα στάση. Και το κατάφερε. Το «παρών» είναι εκδήλωση πολιτικής αμη­χανίας. Επιβεβαιώνει ότι τα κόμματα και τα πρόσωπα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στην «παράταξη του Μνημονίου» είναι με το ένα πόδι στην αντιπολίτευση και με το άλλο δυ­νάμει στη συμπολίτευση. Το γεγονός αυτό ενισχύει τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι οι εκλογές θα είναι μια μάχη μεταξύ αυτού και της ΝΔ και κατ'αντιδιαστολή πιέζει τη ΔΗΜΑΡ.
 
Ανεξαρτήτως του ποιος υποβάλλει την πρόταση μομφής, ένα κόμμα που πραγμα­τικά ανήκει στην αντιπολίτευση την υπερ­ψηφίζει, γιατί διαφορετικά ευθέως ή εμμέ­σως στηρίζει την κυβέρνηση. Η καταψήφι­ση ενός νομοσχεδίου ή της κυβέρνησης συνολικά δεν είναι, βεβαίως, ένδειξη ιδεο­λογικοπολιτικής συγγένειας ή συνεργασίας μεταξύ κομμάτων της αντιπολίτευσης. Είναι στα όρια του γελοίου η φθηνή προ­παγανδιστική προσπάθεια του Σαμαρά να συνδέσει πολιτικά τον ΣΥΡΙΖΑ με τη Χρυσή Αυγή, επειδή η δεύτερη υπερψήφισε την πρόταση μομφής που κατέθεσε ο πρώτος.
 
Ανάξιες σχολιασμού είναι και οι θριαμβο­λογίες του κυβερνητικού στρατοπέδου για την κοινοβουλευτική αναμέτρηση Σαμαρά - Τσίπρα, ειδικά όταν η σχεδόν οριακή πλειοψηφία της συμπολίτευσης μειώθηκε κατά ένα βουλευτή. Το ίδιο και το επιχείρημα ότι καταθέτοντας αυτή τη στιγμή την πρόταση μομφής ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το όπλο αυτό το επόμενο εξάμηνο. Αυτό ισχύει πάντα και με αυτή τη λογική η αξιωματική αντιπολίτευση δεν θα έπρεπε ποτέ να καταθέσει πρόταση μομ­φής για να μην χάσει το σχετικό δικαίωμα!
Όπως προαναφέραμε, η προσπάθεια του Τσίπρα να αποδομήσει την κυβερνη­τική πολιτική ήταν κατά κανόνα εύστοχη. Η πραγματικότητα, άλλωστε, μιλάει από μόνη της και με αυτή την έννοια έκανε εύ­κολη την αποστολή του. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, υιοθέτησε σε αρκετές πε­ριπτώσεις ένα επιθετικό θεατρικό στιλ για να περάσει το μήνυμά του.
 
Από την πλευρά του, ο Σαμαράς τον αντι­μετώπισε κατά κανόνα απαξιωτικά και συ­χνά διολίσθαινε σε φθηνομαγκιές. Επί της ουσίας απέφυγε να απαντήσει στα ζητήμα­τα που έθεσε ο αντίπαλός του. Επανέλαβε τη γνωστή ρητορική του, εστιάζοντας στην αντίφαση του ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του: ενώ δηλώνει απο­φασισμένος να καταργήσει το Μνημόνιο, θεωρεί καταστροφική την έξοδο από την Ευρωζώνη. Εύστοχες ήταν και οι βολές του πρωθυπουργού για τις ιδεοληψίες της αξι­ωματικής αντιπολίτευσης στο ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης, ενώ λάθος ήταν η πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ να οργα­νώσει συγκέντρωση έξω από τη Βουλή. Για μια ακόμα φορά η ηγεσία του παρασύρθη­κε από τα ακτιβίστικα αντανακλαστικά της.
 
Στο  διπολικό σκηνικό που και οι δύο έστησαν παραφωνία ήταν η αντίδραση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπο­λίτευσης στην πρόκληση Βενιζέλου. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να μπει σφήνα στο δίπολο Σαμαρά - Τσίπρα αφενός για να αποτρέψει την εκλογική σύνθλιψη του κόμματός του, αφετέρου επειδή ο ίδιος δεν αντέχει ψυχολογικά να είναι παίκτης τρίτης κατηγορίας. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με την εμπλοκή του στο σκάνδαλο των υποβρυχίων, τον ώθη­σαν στα όρια της πολιτικής υστερίας Παρ' όλα αυτά, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έπεσε στη χοντροκομμένη παγίδα να αποδεχτεί τη μονομαχία και να μετατραπεί σε συ­νομιλητή - αντίπαλο του Βενιζέλου, ενώ θεσμικά ο συνομιλητής - αντίπαλός του είναι ο πρωθυπουργός.
 
Η πολιτική αποτελεσματικότητα της κοι­νοβουλευτικής πρωτοβουλίας του ΣΥΡΙΖΑ θα κριθεί, όχι απ' όσα ακούστηκαν στα τηλεοπτικά παράθυρα αυτές τις ημέρες, αλλά από το συσχετισμό που θα καταγρά­ψουν οι επόμενες δημοσκοπήσεις. Το πο­λιτικό στοίχημα του Τσίπρα, πάντως δεν είναι τόσο να αποδομήσει την έτσι κι αλ­λιώς διάτρητη κυβερνητική πολιτική, όσο να πείσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο για την απεμπλοκή από το Μνημό­νιο χωρίς να προκαλέσει χάος.

του Σταύρου Λυγερού-ΕΠΙΚΑΙΡΑ
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top