Kατεβαίνει ο Κωστής απο το χωριό στη χώρα και σκέφτεται:
Να πάω να δω ήντα κάνει η αμπλά μου (η αδελφή μου). Πάει λοιπόν σπίτι της χτυπά την πόρτα και τ ανοίγει η ανιψιά του το, Λενιώ.
"Που είναι μωρή η μάνα σου;" τη ρωτά.
"Στο μπακάλη είναι μπάρμπα. Κάτσε να την περιμένεις" λέει το Λενιώ.
 
Κάθεται ο γέρος και περιμένει και ρωτάτονε το Λενιώ. "Μπάρμπα να σου βάλω μέλι να φας;"
Λέει ο γέρος. "Βάλε μωρέ παιδί μου."
Παίρνει το Λενιώ ενα πήλινο σκουτέλι (πιατο)  βαθύ-βαθύ και το γεμίζει μέλι και το δίνει του μπάρμπα τση. Παίρνει ο γέρος το σκουτέλι με το μέλι και ενα κουτάλι και αρχίζει να κουταλίζει το μελι και κανει το σκουτέλι λαμπίκος (το καθάρισε). 

Θωρείτονε το Λενιώ και λέει του.
"Μπάρμπα να σου βάλω κι άλλο;" Λέει ο γέρος.
"Οϊ μωρέ παιδί μου γιατί μπορεί να σας χρειάζεται." 
Λέει του το Λενιώ. "Οϊ μπάρμπα δε το θέλωμε μπλιό (άλλο) γιατί έπεσε μέσα ένας ποντικός και τοχομε για πέταμα."
"Ηντα λέεις μωρέ διάλε τη γεράντιση σου και εμαγάρισες με." και πιάνει το σκουτέλι να το χαμπετώσει (κτυπήσει) στη κεφαλή τση Λενιώς.
"Μη, μη μπάρμπα το σκουτέλι, μη το σπάσεις γιατί τόχει η μάνα μου και κατουρεί εκειά κάθε βράδυ!!!"
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top