(του Βαγγέλη Σ. Τριάντη)
Μoody’s, JP Morgan, Goldman Sachs, Morgan Stanley. Τους τελευταίους μήνες, τα ονόματα των πανίσχυρων αυτών οίκων αξιολόγησης αλλά και τραπεζών έχουν μπει για τα καλά στην καθημερινότητά μας. Υποβαθμίσεις, προβλέψεις, λιτές ανακοινώσεις, ικανές να προκαλέσουν ρίγη πανικού όχι μόνο στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, αλλά και στον απλό πολίτη, που έντρομος παρακολουθεί τα παιχνίδια των οίκων, δίχως να μπορεί να αντιδράσει.
H σχέση, όμως, των οίκων αξιολόγησης με το ελληνικό κράτος δεν προέκυψαν ξαφνικά· απεναντίας, μετρούν αρκετά χρόνια, με τις ελληνικές κυβερνήσεις να εμφανίζονται ιδιαίτερα... γαλαντόμες. Όπως συμπεραίνεται από επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών,  και προέκυψαν κατόπιν ερώτησης που κατέθεσε ο βουλευτής του ΛΑΟΣ Κυριάκος Βελόπουλος, η ελληνική Πολιτεία κατέβαλε κατά την τελευταία δεκαετία περισσότερα από 830 εκατ. ευρώ για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στις εταιρείες αυτές. Σε κάποιες περιπτώσεις, δε, οι αμοιβές αγγίζουν τα όρια της πρόκλησης, καθώς το ποσό των αποζημιώσεων συνοδεύεται από αρκετά μηδενικά, ενώ εύλογες απορίες δημιουργούνται σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης των εταιρειών αυτών ως συμβούλων, καθώς και ως προς το κατά πόσον οι συμβουλές τους ήταν τόσο... «golden» όσο και οι αμοιβές τους.
14 εταιρείες για την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ!
Επί παραδείγματι, η αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1999 και ολοκληρώθηκε το 2008, με τις εταιρείες που τελικά παρείχαν τις συμβουλές τους στο ελληνικό κράτος να ανέρχονται σε δεκατέσσερις και το συνολικό ποσό της αμοιβής τους να φτάνει τα 41.712.354,7 ευρώ!
Ο χορός των μετοχοποιήσεων ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1999, όταν για τη διάθεση μετοχών αξίας 69,2 εκατ. ευρώ, η ΕΤΕ, η CSFB και η Salomon Smith Barney έλαβαν 19,369 εκατ. ευρώ, ενώ ένα χρόνο μετά, τον Ιούλιο του 2000, για τη διάθεση μετοχών 14,971 εκατ. ευρώ δόθηκαν στις Deutsche Bank και Eurobank 10.692,30 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, τον Αύγουστο του 2001, για τη διάθεση μετοχών αξίας 53,844 εκατ. ευρώ, η UBS Warburg, η CFSB και η SSSB έλαβαν 17.901,70 εκατ. ευρώ, ενώ τον Ιούνιο του 2002 για την πώληση μετοχών 40,320 εκατ. ευρώ οι Morgan Stanley, Deutsche Bank και EFG Eurobank θα λάβουν 9,978 εκατ. ευρώ!
Τρία χρόνια αργότερα, για τη διάθεση ποσοστού 10% των μετοχών του ΟΤΕ η ελληνική κυβέρνηση προσλαμβάνει τέσσερις διαφορετικές εταιρείες ως συμβούλους –Goldman Sachs, JP Morgan, Morgan Stanley και η Merril Lynch International–, οι οποίες λαμβάνουν έκαστη 1.928.209,25 ευρώ, με το συνολικό ποσό της αποζημίωσης να ανέρχεται στα 7.712.837 ευρώ. Και το ερώτημα είναι για ποιο λόγο χρειάστηκε να προσληφθούν τέσσερις διαφορετικές εταιρείες ως σύμβουλοι; Τι είδους υπηρεσίες προσέφεραν, ώστε να είναι και οι τέσσερις απαραίτητες και με ποιο σκεπτικό καθοριζόταν το ύψος της αμοιβής τους; Τελικά, οι συμβουλές τους ήταν τόσο πολύτιμες, ώστε πράγματι άξιζαν τα χρήματά τους ή μήπως κοστολογήθηκαν πανάκριβα μόνο και μόνο για να μην χαλάσουν... χατίρια ορισμένων ισχυρών της παγκόσμιας οικονομίας;
Δύο χρόνια αργότερα, κατά τη διαδικασία της αποκρατικοποίησης του ΟΤΕ, το κασέ των διεθνών «νταβατζήδων»...
ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, με τη Merrill Lynch International, την Deutsche Bank, τη UBS Limited και την Credit Suisse Securities (Europe) Limited να λαμβάνουν από 2.847.953,91 ευρώ έκαστη, με το συνολικό ποσό αποπληρωμής να αγγίζει τα 11.391.812,04 ευρώ, ενώ το 2008 ήταν η σειρά των Credit Suisse (Europe) Limited και UBS Limited να λάβουν συνολικά 4.666.666,66 ευρώ για παροχή συμβουλών σε αποκρατικοποίηση και πάλι του ΟΤΕ.
Αντίστοιχα, το 2005 ήταν η σειρά της ΟΠΑΠ ΑΕ να... χρυσοπληρώσει τις συμβουλές των διεθνών οίκων για τη διάθεση του 16,815% των μετοχών της. Morgan Stanley, Citigroup, Credit Suisse First Boston αλλά και η γερμανική Deutsche Bank λαμβάνουν συνολικά 14.403.071,04 ευρώ (!) για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, ενώ το 2009 για την αποκρατικοποίηση της τότε Ολυμπιακής Αεροπορίας (ΟΑ) η Lazard & Co Limited θα λάβει ως αποζημίωση 5.574.273,16 ευρώ.
Σύμβουλοι δίχως έγκριση του Δημοσίου
Εντύπωση, όμως, προκαλεί η παραδοχή από την πλευρά του σημερινού υφυπουργού Οικονομικών, κ. Φίλιππου Σαχινίδη, αναφορικά με την επιλογή των συγκεκριμένων εταιρειών ως συμβούλων και το ύψος των αμοιβών τους, η οποία ξεσηκώνει το λαϊκό αίσθημα. Όπως σημειώνεται στην απάντηση του υπουργείου Οικονομικών προς τον κ. Βελόπουλο –η οποία, σημειωτέον, αναφέρεται σε χρόνο ενεστώτα και φέρει την υπογραφή του κ. Σαχινίδη–, «όσον αφορά στις επιλογές ξένων οίκων - τραπεζών ως αναδόχων - συμβούλων σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου διαφόρων εταιρειών, σας γνωρίζουμε ότι η σχετική απόφαση λαμβάνεται αρμοδίως από το Διοικητικό Συμβούλιο έκαστης εταιρείας, η οποία και καταβάλλει τη σχετική αμοιβή χωρίς τη διαμεσολάβηση ή την έγκριση του Δημοσίου». Πιο απλά, το υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ούτε λίγο ούτε πολύ ότι νίπτει τας χείρας του αναφορικά με τους οίκους αξιολόγησης, αφού η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τα Δ.Σ. των εταιρειών. Με τη μόνη διαφορά ότι η συντριπτική πλειοψηφία των όσων στελεχώνουν τα Δ.Σ. κρατικών εταιρειών δεν προέρχονται από την ελεύθερη αγορά –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων–, αλλά από το στενό κομματικό «σωλήνα» και κατά κανόνα η επιλογή τους βασίζεται στην προσωπική σχέση με τον εκάστοτε υπουργό και υφυπουργό. Το να δηλώνει η επίσημη ηγεσία του υπουργείου ότι ουδεμία σχέση έχει το Δημόσιο, επειδή οι αποφάσεις λαμβάνονται από διορισμένα Διοικητικά Συμβούλια, συνιστά μέγιστη υπεκφυγή, αν όχι... υποκρισία. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που αρκετές από τις εταιρείες αυτές έχουν επιλεγεί και από τη σημερινή κυβέρνηση ως σύμβουλοι, με διαδικασίες, όμως, απόλυτης μυστικότητας και δίχως ποτέ να έχει δημοσιευτεί το οτιδήποτε στο open.gov ή στη «Διαύγεια».
Ποιοι είναι οι οίκοι αξιολόγησης
Το ερώτημα που τίθεται, όμως, είναι το εξής: Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι οίκοι αξιολόγησης και πώς κατάφεραν να μετατραπούν σε άτυπους κυβερνήτες της παγκόσμιας οικονομίας; Η αλήθεια είναι ότι οι οίκοι λειτουργούν εδώ και αρκετές δεκαετίες στη διεθνή χρηματαγορά, αλλά όχι υπό τη σημερινή τους μορφή. Η απότομη άνοδός τους ξεκίνησε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, όταν η Αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τούς ανέθεσε να αξιολογούν εταιρικά ομόλογα. Η ισχύς τους, όμως, απογειώθηκε ακόμη περισσότερο, όταν η ΕΚΤ και η Επιτροπή της Βασιλείας αποφάσισαν να ανακηρύξουν τις αμερικανικές Moody’s και Standard & Poor’s και τη γαλλική Fitch όχι σε απλούς αξιολογητές, αλλά σε κριτές των τραπεζών. Κι αυτό διότι, στο πλαίσιο της συμφωνίας «Βασιλεία ΙΙ», όπου τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επιβλέπονται, αποφασίστηκε η συσχέτιση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών με την αξιολόγηση των επενδυτικών τους τοποθετήσεων.
Η αμερικανική Μοοdy’s ανήκει κατά κύριο λόγο στην Berkshire Hathaway του Αμερικανού επιχειρηματία Warren Buffet, ενώ φέρεται να ελέγχει το 40% της παγκόσμιας αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Ένα 40% φέρεται να ελέγχει και η αμερικανική Standard & Poor’s, ανεβάζοντας το συνολικό μερίδιο ελέγχου της παγκόσμιας αγοράς στο 80%. Στενές διασυνδέσεις φαίνεται, όμως, ότι διαθέτουν οι οίκοι με διάφορες επενδυτικές τράπεζες, τις οποίες οι ίδιοι... αξιολογούν. Πρόσφατα, αποδείχτηκε ότι η Moody’s ελέγχει ποσοστό της Goldman Sachs, καθώς βασικοί της μέτοχοι είναι παράλληλα και μεγαλομέτοχοι της τελευταίας.
Οι διάφορες σχέσεις, όμως, μεταξύ των οίκων και των τραπεζικών ιδρυμάτων δεν φαίνεται να σταματούν εδώ, αλλά συνεχίζονται με ένα κεκαλυμμένο πολυμετοχικό μανδύα ανά τον κόσμο. Βασικός μέτοχος σε Moody’s και Standard & Poor’s είναι και η εταιρεία Black Rock, μια επενδυτική εταιρεία του ομίλου Blackstone, τα κεφάλια της οποίας ανέρχονται σε 3,5 τρις δολάρια, ενώ διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας είναι ο Randall Rothschild. Σύμφωνα, μάλιστα, με δημοσιεύματα, η Blackrock φέρεται να είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος διεθνής επενδυτής στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς διαθέτει θέσεις σε μια σειρά από ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα, όπως η ΕΤΕ, η Eurobank, η Emporiki, καθώς επίσης και η Τράπεζα της Ελλάδος.
Αντίστοιχα, μεγαλομέτοχος στον οίκο Fitch είναι η Norges Bank Investment, ένα επενδυτικό σχήμα της Κεντρικής Τράπεζας της Νορβηγίας, το οποίο φέρεται, σύμφωνα πάλι με δημοσιεύματα, να κατέχει θέσεις σε πάνω από σαράντα ελληνικές εταιρείες, όπως, για παράδειγμα, η ΔΕΗ και η Eurobank. Το ίδιο σχήμα αποτελεί επίσης μεγαλομέτοχο της Goldman Sachs, κάτι που φανερώνει ότι οι υπόγειες επενδυτικές σχέσεις μεταξύ των οίκων και των τραπεζικών ιδρυμάτων είναι πολλαπλές, αν όχι δαιδαλώδεις.
Πολλές φορές, οι διεθνείς οίκοι έχουν μπει στο στόχαστρο κυβερνήσεων, για ορισμένες «περίεργες» αποφάσεις τους με κερδοσκοπική... οσμή. Η άριστη βαθμολόγηση του αμερικανικού κολοσσού Enron την ίδια χρονιά της κατάρρευσής του αλλά και ο ρόλος που έπαιξε στο ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης το 2008 αποτελούν τρανταχτά παραδείγματα. Το γεγονός ότι τηρήθηκε μια ανεξήγητη σιγή ιχθύος, όταν οι αμερικανικές τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς τα subrime στεγαστικά δάνεια –χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας–, που τελικά οδήγησαν στην κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και στο ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης προκαλεί τεράστια ερωτήματα. Όπως επίσης και η ανεξήγητη σιωπή που τηρήθηκε όταν ξέσπασε το σκάνδαλο της πυραμίδας του Madoff, το μέγεθος της οποίας έφτασε τα 50 δις δολάρια...
Το θέμα είναι ότι οι συγκεκριμένοι οίκοι εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να παίζουν παιχνίδια και να κερδοσκοπούν σε βάρος κρατών αλλά και κυβερνήσεων, μια και δεν ελέγχονται από κανέναν, ενώ μία απόφασή τους είναι ικανή να τραντάξει συθέμελα την παγκόσμια οικονομία.
Η υποβάθμιση της αμερικανικής οικονομίας πριν από μερικές εβδομάδες προκάλεσε σοκ στις διεθνείς αγορές, με τις απώλειες στα χρηματιστήρια παγκοσμίως να εκτιμώνται σε δισεκατομμύρια δολάρια. Άλλωστε, είναι πλέον γνωστό στη διεθνή χρηματαγορά ότι η υποβάθμιση μιας χώρας μπορεί να αποδειχτεί όχι απλά κερδοφόρα, αλλά... χρυσοφόρα, εάν είναι γνωστή εκ των προτέρων και πραγματοποιηθούν οι κατάλληλες επενδυτικές κινήσεις... 
(Επίκαιρα)
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top