Ομόνοια, Παρασκευή βράδυ, γύρω στις 12:00. Η εικόνα στα στενά και τους γύρω δρόμους της πλατείας θυμίζει κάτι από τα προάστια του Παρισιού. Πόρνες, άστεγοι, έμποροι του λευκού θανάτου, πρεζάκια, αλλοδαποί. Το κεντρικότερο σημείο της πρωτεύουσας μοιάζει να είναι παραδομένο στις ορδές περιθωριακών στοιχείων. Σαν να πρόκειται για άτυπη συμφωνία μεταξύ Πολιτείας και υπόκοσμου. «Μόλις πέσει το σκοτάδι, το κέντρο θα μας ανήκει μέχρι που να ξημερώσει και αλίμονο σε όποιον παραβεί τη συμφωνία».
Στο κέντρο της πλατείας τρεις αλλοδαποί έχουν ξαπλώσει καταγής, με κάποια κουρέλια που μόλις έχουν βγάλει από ένα διπλανό κάδο σκουπιδιών να τους σκεπάζουν. Το τσουχτερό κρύο και το ψιλόβροχο δεν φαίνεται να τους πτοούν, όπως άλλωστε και η παρουσία των «Επικαίρων».
«Από πού είσαι;» ρωτάμε τον έναν από τους τρεις. «Από το Πακιστάν», απαντά με σπαστά ελληνικά. «Kαι τι κάνεις εδώ;» «Δουλεύω», απαντά. «Πώς ήρθες;» Σε αυτή την ερώτηση δεν δόθηκε απάντηση και ο συνομιλητής μας, σαν να μην μας άκουσε, «τακτοποιούσε» τα… σεντόνια και τα σκεπάσματά του.
Τα «Επίκαιρα» προχωρούν. Στο σημείο της πλατείας που ξεκινά η οδός Σταδίου η εικόνα σοκάρει. Ένα συνονθύλευμα ναρκομανών, εμπόρων και έγχρωμων μεταναστών σουλατσάρει πάνω κάτω αδιαφορώντας για το τσουχτερό κρύο. Τα νταραβέρια πάνε κι έρχονται. Χρήματα και «λευκή σκόνη» ανταλλάσσουν χέρια μπροστά στα μάτια μας. Κανείς δεν φαίνεται να πτοείται. Λες και στο σημείο εκείνο τις βραδινές ώρες η διακίνηση της «λευκής σκόνης» είναι νόμιμη.
Η παρουσία των «Επικαίρων» αρχίζει να αναστατώνει. Κάποια δειλά βλέμματα παρατηρούν διερευνητικά. Στην Ομόνοια, τα βράδια κανείς δεν επιτρέπεται να διαταράξει τις δοσοληψίες τους.
Δυο τρεις από το μπουλούκι ξεχωρίζουν και πλησιάζουν. Με βραχνή και αργόσυρτη φωνή ζητούν να τους δώσουμε χρήματα. «Ρε μάγκες, μήπως έχετε κάνα ψιλό να πάρουμε τίποτα να φάμε;» Δίνουμε στον έναν δύο ευρώ. «Τι τα θες, ρε μεγάλε; Αν πεινάς, να σου πάρω κάτι να φας».
«Με δουλεύεις, ρε φιλαράκι; Ναρκομανής είμαι. τη δόση μου θέλω να πάρω. Τι να σου πω, ψέματα;» Η συζήτηση έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον κι άλλων από το μπουλούκι. Κάποιοι έχουν αρχίσει να ενοχλούνται. Οι «δικοί» μας μας συμβουλεύουν να απομακρυνθούμε. «Φύγετε, μάγκες, τα πράγματα αγριεύουν».
Προχωράμε στην Αθηνάς. Στο γνωστής επωνυμίας ταχυφαγείο, τέσσερις αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ αγοράζουν καφέδες και τυρόπιττες. Οι μηχανές αραγμένες ακριβώς απέξω. Το τι γίνεται στην πλατεία δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρει και τόσο. Μοιάζουν σαν να έχουν συμβιβαστεί και οι ίδιοι.  (συνεχίζεται)
(Επίκαιρα)
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top