(του Πέτρου Λεωτσάκου)
Στην κυριολεξία στις  καλένδες φαίνεται να πέφτει η προσπάθεια αναθέρμανσης της οικονομίας μέσω της χορήγησης δανείων από το τραπεζικό σύστημα. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει σχέδιο χρηματοδότησης της οικονομίας καθώς η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρέμβει ενώ και οι τράπεζες όντας εξαρτημένες από την ΕΚΤ, ακόμη δεν έχουν αποθέματα μακροχρόνιας ρευστότητας.
Ο μηχανισμός των εγγυήσεων των 25 δις ευρώ παρ΄ ότι έχει άτυπα κατανεμηθεί από το υπουργείο Οικονομικών προς τις τράπεζες δηλαδή το κράτος έχει καθορίσει πόσα θα πάρει η κάθε τράπεζα η διαδικασία είναι επιβραδυνόμενη.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων ακόμη και αν στους επόμενους μήνες το δημόσιο αποφάσιζε να ξεκινήσει την διαδικασία των εγγυήσεων οι τράπεζες δεν θα μπορούσαν να διαθέσουν πάνω από 6 με 7 δις ευρώ.
Επίσης η πρωτοβουλία της Κυβέρνησης να δημιουργήσει τράπεζα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι μάλλον μια κίνηση απελπισίας. Το ΤΕΜΠΜΕ δεν έχει νόημα να μετεξελιχθεί σε τράπεζα.
Ο δανεισμός των επιχειρήσεων απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, το κράτος θα ήταν διατεθειμένο να χρηματοδοτήσει με τόσο σημαντικά κεφάλαια μια τράπεζα που θα ήταν ευθέως ανταγωνιστική στις ελληνικές τράπεζες που αυτός είναι ο κύριος ρόλος τους.
Ταυτόχρονα οι τράπεζες στέλνουν ένα σαφές  μήνυμα. Λείπουν από το σύστημα 100  δις ευρώ τα οποία έχουν αναπληρωθεί με 92,3 δις ευρώ δανεική ρευστότητα από την ΕΚΤ την οποία ανακυκλώνουν από εβδομάδα έως μήνα  και ως εκ τούτου δεν μπορούν να την χρησιμοποιήσουν .....πέραν από την χρηματοδότηση υφιστάμενων assets.
Μπορεί η ΕΕΤ να συναινεί με την κυβέρνηση και να μιλάει για παροχή δανείων αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης έχει μειωθεί στο 1,5% και είναι πιθανό να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο έως 1%.
Οι τραπεζίτες στέλνουν ένα μήνυμα δεν διαθέτουν πλέον μακροπρόθεσμη ρευστότητα για να χρηματοδοτήσουν την οικονομία και όσα αποθέματα δημιούργησαν  τα έχουν με στόχο να καλύψουν έκτακτες ανάγκες και όχι για να χορηγήσουν νέα δάνεια.
Ο φαύλος κύκλος της εξάρτησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ έχει δημιουργήσει ένα έλλειμμα ρευστότητας στο ελληνικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα 100 δις ευρώ. Η ρευστότητα αυτή ενώ υπάρχει δεν μπορεί να στηρίξει την οικονομία καθώς ανακυκλώνεται σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση.
Παράλληλα οι τραπεζίτες προειδοποιούν οι εγγυήσεις των 25 δις ευρώ είναι εύλογο η κυβέρνηση να επιδιώκει να καταλήξουν στην αγορά υπό την μορφή δανείων αλλά ποια τράπεζα με τέτοια στενότητα ρευστότητας θα πάρει το ρίσκο να χρηματοδοτήσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά και ταυτόχρονα να μην ανησυχεί ότι σε περιόδους ύφεσης δεν θα αυξηθούν τα προβληματικά δάνεια; Με βάση όλες τις ενδείξεις τα NPLs θα διαμορφωθούν μεταξύ 11 και 11,5% που σημαίνει πάνω ή 25 -27 δις ευρώ μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο σύστημα.
Τρείς είναι οι βασικοί λόγοι που οι τράπεζες όχι δεν θέλουν δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία..
1)Να μειωθεί η εξάρτηση από την ΕΚΤ. Έχουν δανεισθεί 92,3 δις και έναντι αυτών έχουν δώσει collateral 137,7 δις ευρώ.
Τα collateral των τραπεζών είναι κατά βάση ελληνικά ομόλογα και τιτλοποιούμενα δάνεια.
Μια σημαντική παράμετρος, τα περισσότερα ελληνικά ομόλογα των τραπεζών είναι εγγυήσεις στην ΕΚΤ. Η Κεντρική τράπεζα κατέχει ελληνικό χρέος 41 δις από δικές της αγορές και 30 δις ευρώ από τις εγγυήσεις.
Το φυσιολογικό θα ήταν να μειωθεί η άντληση ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών στην ΕΚΤ από τα 92,3 στα 10 δις ευρώ.
2)Θα πρέπει οι τράπεζες να μην εκδίδουν μόνο repos τα οποία μπορεί να φθάσουν έως τα 12 με 14 δις ευρώ στην καλύτερη των περιπτώσεων αλλά να εκδίδουν κοινά ομολογιακά και κυρίως να τιτλοποιούν δάνεια και να τα πωλούν στις αγορές.
Στο παρελθόν και σε ετήσια βάση οι τράπεζες αντλούσαν από τις αγορές συνολικά 40 – 50 δις ευρώ.
3)Να αυξηθούν οι καταθέσεις πάνω από 20 δις ευρώ και από 212 να ξεπεράσουν τα 230 δις ευρώ.
Οι καταθέσεις αποτελούν την βάση της ρευστότητας των τραπεζών.
Για να υπάρξει αυτή η μετάβαση από τα 100 δις ευρώ που είναι οι τρέχουσες ανάγκες των τραπεζών σε νέα 100 δις ευρώ τα οποία οι τράπεζες θα έχουν αντλήσει από τις αγορές απευθείας και όχι μέσω της ΕΚΤ θα χρειασθεί ένα διάστημα 2-3 ετών.
Ως εκ τούτου είναι εύκολο να μιλούμε για αλλαγή κλίματος αλλά γεγονός είναι ότι οι τράπεζες θα χρειασθούν έως 36 μήνες για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν πιο ουσιαστικά τα προβλήματα ρευστότητας που εμφανίζουν.
(bankingnews.gr)

 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top