ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κωνσταντίνος Ρόβλιας): Παρακαλώ, συνεχίστε.
ΜΑΡΤΥΣ (Γεώργιος Σανιδάς): Τρεις μήνες αργότερα -αυτό δεν θα σας το δώσω βέβαια, θα το πω όμως, γιατί ναι, μπορώ να εκφράσω και παράπονο- κι όταν αυτό ήρθε στην επιφάνεια -είχαν ασκηθεί οι διώξεις- έγινε ερώτηση με ποιο δικαίωμα έκανα έρευνα, από Βουλευτές τότε του νυν κυβερνώντος κόμματος και με ποια στοιχεία έκανα την έρευνα και γιατί αυτά δεν τα έδωσα στην επιφάνεια. Νομίζω ότι αυτά δεν δημιουργούν καλή εντύπωση στον κόσμο.
Βρισκόμαστε στην τακτική ανάκριση πια, υπάρχει ο εφέτης ειδικός ανακριτής, και στέλνει ο κ. Ζορμπάς έγγραφο στον κ. Λιόγα. Έχει διαταχθεί ήδη κυρία ανάκριση από εφέτη ειδικό ανακριτή κι ο κ. Ζορμπάς συνεχίζει το έργο του, παρότι έπρεπε να είχε βάλει κάτω τα μολύβια και να είχε στείλει ό,τι στοιχεία είχε στον ειδικό εφέτη ανακριτή και θα πούμε πιο κάτω γιατί. Στέλνει λοιπόν έγγραφο στον κ. Λιόγα και του λέει: «Εμείς κάνουμε έρευνα και να μου στείλετε το υποβληθέν πόρισμα της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων της ΥΠΕΕ αφορών στον καταλογισμό μεγάλης έκτασης φορολογικών παραβάσεων κατά της χρηματιστηριακής εταιρίας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΑΧΕΠΕΥ. Οι φορολογικές παραβάσεις δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των βασικών αδικημάτων και δεν ξέρω αν ήταν αρμόδιος. Όμως αυτό δεν με ενδιαφέρει. Αλλού είναι το θέμα.
Ο κ. Λιόγας το στέλνει στον κ. Λέκκα. Ο κ. Λέκκας του απαντά ότι αυτό δεν γίνεται, με ευγένεια, με ένα έγγραφο ευγενές, και του λέει: «Σας γνωρίζουμε ότι αδυνατούμε να ικανοποιήσουμε το αίτημά σας λόγω της μυστικότητας της κυρίας ανάκρισης, η οποία ενεργείται, δυνάμει της παραγγελίας του εισαγγελέα, μεταξύ των άλλων, για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ο κ. Ζορμπάς –και τώρα δεν υπογράφει ο ίδιος, βάζει τον κ. Κρομμύδα- επανέρχεται με νέο έγγραφό του. Αυτά τα δύο θα σας τα διαβάσω, γιατί αξίζει τον κόπο. Και λέει: «Σε συνέχεια του ύπερθεν σχετικού, με το οποίο διατυπώνεται η γνώμη ότι λόγω μυστικότητος της κυρίας ανάκρισης δεν επιτρέπεται η αποστολή προς την οικεία Αρχή του ζητηθέντος με το ύπερθεν σχετικό πορίσματος της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων της ΥΠΕΕ, το οποίο σχετίζεται άμεσα με τη διεξαγόμενη από την Εθνική Αρχή έρευνα στοιχείων σχετικά με εγκληματική δραστηριότητα, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, η Εθνική Αρχή κρίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 6 του ιδίου νόμου και ειδικότερα του εδαφίου αυτής, κάθε δικαστική Αρχή, ως και ανακριτική, έχει υποχρέωση να παρέχει, ανεξαρτήτως της μυστικότητας που ισχύει, τα στοιχεία που ζητούνται από αυτήν, εφόσον αυτά αφορούν τον έλεγχο και την έρευνα που διενεργεί σχετικά με συγκεκριμένη εγκληματική, κατά το άρθρο 1 του νόμου, δραστηριότητα. Κατόπιν αυτών, η Εθνική Αρχή εμμένει στο αίτημά της». Και το κοινοποιούν και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυτό, να λάβει γνώση, και σε περίπτωση εμμονής του ανακριτή στη διατυπωθείσα γνώμη του, να γνωμοδοτήσει σχετικώς.
Ο κ. Λέκκας πια του απαντά τώρα κάπως σκληρότερα και λέγει τα ακόλουθα: «Απαντώντας στο τάδε έγγραφό σας, με το οποίο εμμένετε στο αίτημα, σας γνωρίζουμε και πάλι την αδυναμία ικανοποιήσεως του αιτήματός σας λόγω της μυστικότητος που, ως γνωστόν, διέπει την κυρία ανάκριση, η οποία στην προκειμένη περίπτωση ενεργείται δυνάμει παραγγελίας του εισαγγελέα εφετών, μεταξύ των άλλων και για την αξιόποινη πράξη της κατ’ εξακολούθηση νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Αντίθετη εκδοχή δεν μπορεί να βρει έρεισμα ούτε στη διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 6, που επικαλείται η Αρχή, κατά την οποία, με το άρθρο αυτό, η συσταθείσα Αρχή έχει εκτός των άλλων την αρμοδιότητα να ζητά την παροχή στοιχείων ακόμη και από δικαστικές αρχές, σχετικών με εγκληματικές δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων προερχόμενων από την τέλεση αναφερομένων στον ίδιο νόμο εγκλημάτων. Τούτο δε διότι η δυνατότητα παροχής στοιχείων και από δικαστικές Αρχές προϋποθέτει ότι οι τελευταίες δεν έχουν επιληφθεί και δεν ερευνούν το θέμα, το οποίο αποτελεί αντικείμενο ελέγχου και έρευνας της Αρχής, αλλά ότι εξ αφορμής έρευνας άλλου θέματος από αυτές έχουν προκύψει χρήσιμα στοιχεία για την Αρχή. Σε περίπτωση δε που οι δικαστικές Αρχές και η Αρχή έχουν επιληφθεί του ιδίου θέματος, τότε οι έχοντες την ιδιότητα του ειδικού προανακριτικού υπαλλήλου, –εδώ του επισημαίνει, «παρανομείτε» του λέει- οι υπάλληλοι της Αρχής πρέπει να παύσουν να ενεργούν προανακριτικές πράξεις. Θα ήταν παράδοξο πράγματι η δικαστική Αρχή, και ιδία ο τακτικός ανακριτής που ερευνά το ίδιο θέμα με την Αρχή, να αποστέλλει στην τελευταία κατόπιν αιτήματός της στοιχεία, τα οποία εκείνη είναι υποχρεωμένη να του διαβιβάσει εκ νέου.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η ικανοποίηση του προαναφερθέντος αιτήματος είναι και χωρίς αντικείμενο, ενόψει και του σκοπού της έρευνας της Αρχής, που είναι η συλλογή στοιχείων, τα οποία μαζί με το σχετικό πόρισμά της αποστέλλονται στον αρμόδιο εισαγγελέα, προκειμένου εκείνος να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση ασκήσεως ποινικής διώξεως. Προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ήδη έχει ασκηθεί ποινική δίωξη».
Του γνωστοποιεί λοιπόν ότι ενεργεί ανάκριση. Του γνωστοποιεί κατ’ ουσίαν ότι παρανομεί, κι εκείνος παρά ταύτα συνεχίζει.
Εγώ περίμενα να δω τι θα κάνει ο κ. Λέκκας κατ’ αρχάς. Είχε κάνει και σε μένα ένα έγγραφο, για να γνωμοδοτήσω σχετικώς αν εμμένει στη θέση του, και βεβαίως του απήντησα και εγώ στη συνέχεια, στις 5 Σεπτεμβρίου. Το έγγραφο του κ. Λέκκα εστάλη 16 Αυγούστου, εγώ απαντώ στις 5 Σεπτεμβρίου. Του λέω λοιπόν ότι «σε απάντηση του τάδε, που καλείτε να γνωμοδοτήσουμε, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα: Συμφώνως προς το άρθρο 25 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, οι εισαγγελείς γνωμοδοτούν σε νομικά ζητήματα που δεν έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια, όταν τους υποβάλλουν ερωτήματα που αντιμετωπίζουν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους τα αναφερόμενα σε αυτούς πρόσωπα και Υπηρεσίες. Εκ τούτου παρέπεται ότι το θέμα το οποίο θέτετε με το ανώτερο έγγραφό σας δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο γνωμοδοτήσεως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου καθόσον έχουν επιληφθεί ήδη οι ανακριτικές Αρχές, στις οποίες και μόνο εναπόκειται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ικανοποίηση του αιτήματος». Θα αποτελούσε ευθεία παρέμβαση δική μου στο έργο του ανακριτού αν του υπεδείκνυα οτιδήποτε. Οποιαδήποτε θέματα λύνονται από εκεί και πέρα από το Δικαστικό Συμβούλιο.
«Πέραν όμως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, θεωρούμε ότι οι διαλαμβανόμενες σκέψεις του ειδικού ανακριτή εφέτη στο αποστελλόμενο σ’ εσάς και κοινοποιηθέν και σ’ εμάς έγγραφό του, με βάση τις οποίες αρνείται την παροχή των αιτουμένων από εσάς στοιχείων, είναι ορθές. Τούτο διότι η παροχή αυτών υπόκειται πάντοτε στους περιορισμούς που περιγράφονται από τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Θα ήταν περιττό εξάλλου να σημειώσουμε ότι η δικαστική λειτουργία είναι μία εκ των τριών συντεταγμένων λειτουργιών στο πλαίσιο της λειτουργίας και αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται προεχόντως από το Σύνταγμα και δεν υπόκειται ούτε στις άλλες δύο λειτουργίες, ούτε πολύ περισσότερο σε οποιαδήποτε από τις λεγόμενες « ανεξάρτητες διοικητικές Αρχές». Έτσι δεν λέγονται; Ανεξάρτητες αρχές. «Άλλωστε, οι αποφάσεις των τελευταίων ελέγχονται κατά βάση από το ΣτΕ, ενώ το συλλεγόμενο προανακριτικό υλικό από τους έχοντες την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου υπαλλήλους της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και το συντασσόμενο, με βάση αυτό, πόρισμα αυτής ελέγχεται κατ’ αρχάς από τις αρμόδιες κάθε φορά εισαγγελικές Αρχές και περαιτέρω, αν συντρέχει η περίπτωση, από τους ανακριτές και τα δικαστήρια, είτε από τις δικαστικές Αρχές, στις οποίες και μόνον ανήκει η δικαιοδοσία για την απονομή της Δικαιοσύνης». Αυτή ήταν η αλληλογραφία σ’ αυτό το θέμα. Από τώρα -και θα το δούμε πιο κάτω- ο κ. Ζορμπάς όταν ερωτάται αν ήξερε αν γίνεται ανάκριση κ.λπ., σε κάποιες ερωτήσεις μου φαίνεται της κυρίας Μπενάκη, είχε πει «δεν ήξερα ακριβώς τι γίνεται. Δεν με είχαν ενημερώσει». Και βεβαίως είχε ενημερωθεί και από τον κ. Λέκκα και από τον κ. Κολιοκώστα.
Στις 9 Αυγούστου ο κ. Ζορμπάς έχει συντάξει πλέον την έκθεσή του, την οποία αποστέλλει προς τον διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών. Ο τελευταίος την υποβάλλει στην Εισαγγελία Εφετών. Ο κ. Κολιοκώστας ως προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών προβληματίστηκε. Ήρθε και με ρώτησε. Είδα τους νόμους. Είχε τις θέσεις του ότι, όπως έχει συνταχθεί η Έκθεση, δεν είναι νόμιμη. Συμφώνησα μαζί του. «Εκείνο όμως που προέχει είναι να κάνεις εσύ εκείνο που επιτάσσει η συνείδησή σου». Λέει: «Θα κάνω εκείνο που νομίζω σωστό». Πήγε και τι έπραξε; Και το επαναλαμβάνω, διότι υπάρχει τέτοια παραπληροφόρηση πάνω σε αυτό το θέμα που δεν έχει τέλος. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε ο κ. Ζορμπάς τα διαβίβασε στον εφέτη ειδικό ανακριτή.
Την έκθεσή του, μαζί με αντίγραφα τα οποία είχε, την επανέφερε διά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών στον κ. Ζορμπά, προκειμένου να συνταχθεί όπως ορίζει ο νόμος και η απόφαση.
Εδώ θέλω να κάνω ένα σχόλιο –γιατί έχει πέσει πολύ νερό- για τους δικαστές και για τους εισαγγελείς, όταν έχουν τέτοιες υποθέσεις.
Αξία δεν έχουν τα πορίσματα. Αξία έχει το αποδεικτικό υλικό αυτό καθεαυτό. Ο Εφέτης Ειδικός Ανακριτής είχε τη δυνατότητα να κρίνει τι προέκυπτε από εκείνο το αποδεικτικό υλικό και αυτό ούτε το στερήσαμε ούτε το κρύψαμε, όπως έλεγε ο κ. Ζορμπάς.
Το αν εγώ ως Αντιεισαγγελέας Πρωτοδικών ή Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχοντας αναλάβει να κάνω μια προκαταρκτική, όταν την τελείωσα, κάνω μια έκθεση, μια αναφορά προς τον προϊστάμενο και γράφω ό,τι νομίζω γιατί είμαι καλός στις εκθέσεις ιδεών ή γιατί έχω μεγάλη φαντασία, αυτό δεν δεσμεύει ούτε τον Εισαγγελέα ούτε κανέναν.
Ο Εισαγγελέας δεσμεύεται από το άρθρο 43. Εάν υπάρχουν στοιχεία, θα ασκήσει δίωξη. Αν δεν υπάρχουν στοιχεία, θα τη βάλει στο αρχείο. Αν θεωρεί ότι θέλει περαιτέρω έρευνα, θα στείλει για περαιτέρω έρευνα. Συνεπώς, έγινε πολύς λόγος και υπήρξε πολλή παραπληροφόρηση για ένα θέμα για το οποίο δεν νομίζω ότι έπρεπε να δοθεί αυτή η έκταση.
Δεν θα υπεισέλθω στο περιεχόμενο του πορίσματος του κ. Ζορμπά, το οποίο πόρισμα ονόμασε έκθεση. Άλλωστε, δεν δικαιούμαι να το κρίνω αυτό. Ο μάρτυς δεν καταθέτει κρίσεις. Εγώ λέγω ότι δεν μπορεί να γίνεται τόσος θόρυβος για μια έκθεση, τη στιγμή που τα στοιχεία τα έχει ο Ανακριτής, ο οποίος είναι αρμόδιος να τα αξιολογήσει. Όπως έχουμε δει μέχρι σήμερα, δεν νομίζω ότι τα αξιολόγησε σύμφωνα με εκείνα τα οποία θα επιθυμούσε ο κ. Ζορμπάς.
Όμως, θα ήθελα εδώ να αναγνώσω ολόκληρο το περιεχόμενο του εγγράφου του κ. Κολιοκώστα, γιατί δείχνει ακριβώς πού έχει σταθεί ο άνθρωπος και τι έχει πει και βεβαίως επηκολούθησε μετά ταύτα το έγγραφο του κ. Ζορμπά με το οποίο επανέφερε και έβαλε τα δικά ότι δεν νοείται προανάκριση συλλογική, μυστικότητα κ.λπ.
Του έλεγε, λοιπόν, ο κ. Κολιοκώστας: «Η ανωτέρω δικογραφία που σχηματίστηκε από την άνω αρχή και αφορά την υπόθεση αγοραπωλησιών ομολόγων του ΤΕΑΔΥ διαβιβάστηκε στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή που ορίστηκε κ.λπ.». Αυτά τα λέει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, για να γνωρίσει στον κ. Ζορμπά τι έχει γίνει.
Λέει ο κ. Κολιοκώστας στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή: «Ό,τι στοιχεία, λοιπόν, είχα τα διαβίβασα. Δεν διεβιβάσθη στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή η ανωτέρω επιγραφόμενη ως έκθεση του Προέδρου της Εθνικής Αρχής ούτε αντίγραφο αυτής, ως μη σύννομη, εκδοθείσα αναρμοδίως και κατά παράβαση ρητών διατάξεων του νόμου ή μόνο του Προέδρου αυτής, εκτιμήσεις, κρίσεις και απόψεις του οποίου απηχεί, μη ερειδόμενος εν πολύ στο συλλεγέν υπό της Αρχής –είχε διαβάσει ενδεχομένως και εξέφερε αυτή την κρίση- αποδεικτικό υλικό, (...) να εκδοθεί πόρισμα υπό της άνω Αρχής ως συλλογικού οργάνου κατά τα οριζόμενα στο νόμο.»
Ειδικότερα λέει τι ορίζει ο νόμος –αυτά που ήδη σας έχω διαβάσει- και ακριβώς τι ορίζει η απόφαση που επίσης διαβάσαμε.
«Ενόψει των ανωτέρω, παρακαλούμε και να επιστραφεί στην Εθνική Αρχή η έκθεση του Προέδρου μετά αντιγράφων της σχετικής δικογραφίας και αντιγράφου της παρούσης για τις δικές της κατά νόμο ενέργειες.»
Ο κ. Ζορμπάς αρνείται να συμμορφωθεί. Η υπόθεση χρεώνεται στον Εισαγγελέα Εφετών τον κ. Σακελλάκο.
Ο κ. Ζορμπάς μιλούσε για τέσσερα αδικήματα στο πόρισμα-έκθεσή του. Μιλούσε για απιστία, για νομιμοποίηση, για φοροδιαφυγή και για δωροδοκία. Ως προς τα τρία και ενόψει του ότι τα αντίγραφα είχαν όλα διαβιβαστεί στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή, λέει ότι δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω ενεργείας, ήδη έχουν ασκηθεί διώξεις, δεν συντρέχει λόγος να γίνει τίποτα και η υπόθεση αυτή τίθεται στο αρχείο κατά το άρθρο 43.
Ως προς τη δωροδοκία, επειδή δεν προκύπτουν στοιχεία που να δικαιολογούν άσκηση ποινικής δίωξης για αδίκημα δωροδοκίας, τίθεται και πάλι στο αρχείο.
Κάνει αναφορά με όλες αυτές τις σκέψεις στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη χρεώνεται ο κ. Κονταξής. Ο κ. Κονταξής κατ’ αρχάς του λέει ότι δεν χρειαζόταν, ότι εδώ δεν υπάρχει διάταξη που να επιβάλει να αναφέρεις τον ανώτερό σου. Αυτό ισχύει για τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς τον Εισαγγελέα Εφετών.
Δεν συμφωνώ ως προς τη νομική άποψη με τον κ. Κονταξή. Εγώ θεωρώ ότι και στην περίπτωση που επιλαμβάνεται ο Εισαγγελέας Εφετών, οφείλει να αναφέρει και αναλογικά πρέπει να ισχύει το ίδιο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εν πάση περιπτώσει, αυτή ήταν η θέση του κ. Κονταξή.
Συγχρόνως, όμως, κάνει επικουρικές σκέψεις και λέει ότι ορθώς έχει ενεργήσει η Εισαγγελία Εφετών και ορθώς ως Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχα εκδώσει αυτή τη γνωμοδότηση, για την οποία θα πούμε πιο κάτω. Αυτά, λοιπόν, έγιναν ως προς την πρώτη έκθεση που αφορούσε το ΤΕΑΔΥ.
Εδώ θέλω να σημειώσω ότι λίγο μετά την αποστολή της εκθέσεως-πορίσματος και την κοινολόγηση του τι είχε, του τι δεν είχε κ.λπ., υπήρξε κάποια αντίδραση από τα υπόλοιπα μέλη. Τα υπόλοιπα μέλη της Αρχής –εγώ τουλάχιστον έχω εδώ ένα κείμενο, το οποίο μου το είχε δώσει δημοσιογράφος τότε- είχε αναγραφεί και στις εφημερίδες και δεν διαψεύστηκε ότι είχε γίνει αυτό- έλεγαν τα εξής:
«Ενόψει των θέσεων που διατύπωσαν όλα τα μέλη της Εθνικής Αρχής κατά τη συνεδρίαση στις 22.8.2007 παρακαλούμε όπως γίνεται σχετική μνεία των θέσεων αυτών σε οποιοδήποτε έγγραφο αναφέρεται στην υπόθεση αυτή. Ειδικότερα παρακαλούμε να γίνεται μνεία ότι τα μέλη δεν είχαν λάβει γνώση των στοιχείων της υποθέσεως ούτε του περιεχόμενου της εκθέσεώς σας και ότι η υπόθεση έπρεπε να έλθει προς συζήτηση σε συνεδρίαση της Εθνικής Αρχής, προκειμένου να ληφθεί απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 10 του ν. 2331/1995, όπως τροποποιήθηκε και της αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών.»
Εξεταζόμενος ο κ. Ζορμπάς στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας στις 7.11.2007 ερωτάται από την κα Μπενάκη ότι είχαν τεθεί αυτά τα θέματα και είχαν διαμαρτυρηθεί τα υπόλοιπα μέλη της Αρχής και γιατί δεν συμφωνήσατε να τα κάνετε όλα αυτά, να είναι όλα μαζί.
Απαντά, λοιπόν: Έχουμε συζητήσει το θέμα και μάλιστα εκτενώς. Παρακάτω λέει: Δεν ηδύνατο να συμβεί αλλιώς, επειδή αυτό προβλέπει ο νόμος. Είχε ανακοινωθεί, είχε κριθεί, έλαβαν όλοι γνώση και μάλιστα όλοι ενδιαφέροντο για το τι γίνεται, για την προανάκριση και αν τελειώνουμε.
Επίσης, σας είπα σε άλλο σημείο ότι το αποδεικτικό υλικό είχε πάει στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή και αυτό είχε γνωστοποιηθεί στον κ. Ζορμπά και με το έγγραφο του κ. Λέκκα και με το έγγραφο του κ. Κολιοκώστα.
Εξεταζόμενος επίσης την ίδια ημερομηνία τον ρωτά η κα Μπενάκη: Ξέρετε αν το υλικό αυτό, το οποίο συνόδευε την αρχική δικογραφία, εστάλη στον Ανακριτή τουλάχιστον; Αυτά έγιναν το Νοέμβριο. Οι προηγούμενες επιστολές ήταν Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο.
Και ρωτάει: «Ξέρετε; Διότι αυτό ενδιαφέρει». Απάντηση: «Πού να το ξέρω;».
Θέλω, επίσης, να σας πω ότι στην ίδια Επιτροπή, στην Θεσμών και Διαφάνειας, ρωτήθηκε αν είχε γνώση αν γίνεται έρευνα από εφέτη ειδικό ανακριτή. Και παρακαλώ -δεν μπορώ να μην το πω- απήντησε σχεδόν αρνητικά, είπε «δεν ξέρω». Και όμως, του είχαν ανακοινώσει -και ο εφέτης ειδικός ανακριτής και ο κ. Κολιοκώστας- ότι γίνεται ανάκριση γι’ αυτά τα οποία είχε ο ίδιος επιληφθεί. Σας τα θέτω αυτά, γιατί νομίζω ότι έχουν κάποια σημασία και δείχνουν ποιος τελικώς ενεργούσε σύννομα και ποιος μη σύννομα.
Θα επανέλθω λίγο στον Αύγουστο τώρα, προς το τέλος Αυγούστου, μετά την επιστροφή που έκανε ο κ. Κολιοκώστας της εκθέσεως του κ. Ζορμπά. Αυτό βγήκε στον αέρα, όπως ήταν φυσικό και εγένοντο τεράστια θέματα. Ο κ. Κολιοκώστας τότε -δεν ξέρω για ποιο λόγο- ζήτησε στις 23 Αυγούστου να του γνωρίσω εάν οι ενέργειές του ήταν σύννομες. Δεν είχε απαντήσει, όμως, ακόμα ο κ. Ζορμπάς και εγώ δεν ήξερα εάν θα συμφωνήσει με τη νέα παραγγελία που του είχε δοθεί, να συντάξει πόρισμα μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής, γιατί αυτό το επέστρεψε στις 28 Αυγούστου. Και βεβαίως, δεν απήντησα σ' αυτό.
Ωστόσο, μετά την άρνηση του κ. Ζορμπά να συμμορφωθεί και την επιστροφή πάλι της εκθέσεως με τα αντίγραφα, ο κ. Κολιοκώστας μού έκανε νέο έγγραφο, ζητώντας εν τέλει, ως υπό την ιδιότητά μου αυτή, να του γνωρίσω τις απόψεις σε σχέση με το χειρισμό της υποθέσεως αυτής από την Εισαγγελία Εφετών για το σύννομο ή μη των ενεργειών του προϊσταμένου της. Μου είχε στείλει τότε και την έκθεση και γενικότερα όλη την αλληλογραφία.
Αυτή ήταν, λοιπόν, η αιτία για την οποία εν τέλει στις 4 Δεκεμβρίου του 2007 συνέταξα και παρέδωσα την υπ’ αριθμόν 12 εγκύκλιο, στην οποία αντιμετώπιζα όλα τα θέματα τα οποία είχαν γεννηθεί και τα οποία θα εγένοντο. Δεν την έδωσα παρακαλώ, καίτοι στην αρχή είχα πει ότι θα τη δώσω για να τελειώσει, να ησυχάσουμε. Όμως, έκρινα τότε ότι με το να δώσω την έκθεση αυτή πριν από τις εκλογές -γιατί νομίζω ότι στις 16 Σεπτεμβρίου είχαμε εκλογές- θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θέματα και δεν ήταν σωστό να παρεμβαλλόμεθα εμείς μέσα στην πολιτική. Την κράτησα και αυτή ανακοινώθηκε μετά τις εκλογές πια, μετά τις 16 Σεπτεμβρίου.
Η κατάληξη της εγκυκλίου αυτής, η οποία συντάχθηκε, όπως είπα, μετά το έγγραφο του κ. Κολιοκώστα, ήταν ότι θα πρέπει να δουν το έγγραφο, την έκθεση του κ. Ζορμπά, όχι ως έκθεση πια της Αρχής, αλλά ως ένα διαβιβαστικό έγγραφο, μια αναγγελία κατ’ άρθρον 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και να το εκτιμήσουν μέσα στα πλαίσια του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Αν θέλετε, όμως, αυτό έγραφε και ο κ. Ζορμπάς όταν επέστρεψε το έγγραφό του, την έκθεσή του μαζί με τα αντίγραφα που είχε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Στο έγγραφό του έλεγε αυτό ακριβώς: «Παρακαλώ να εκτιμηθεί στο τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». Είναι το έγγραφό του, το 29 Αυγούστου 2007, όπου επέστρεψε τότε την έκθεση, το 123/2007 και καταλήγει μ' αυτό ακριβώς: «Και παρακαλώ η δικογραφία που σας επιστρέφω να ερευνηθεί, να εξεταστεί, να κριθεί στα πλαίσια του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», αυτό, δηλαδή, το οποίο έλεγα και εγώ με την εγκύκλιό μου.
Ερχόμαστε τώρα στις 19 Δεκεμβρίου του 2007 και ο κ. Ζορμπάς συντάσσει νέα έκθεση για το ΤΣΠΕΑΘ, την οποία στέλνει και πάλι, ενώ ξέρει ότι έχει επιληφθεί η Εισαγγελία Εφετών, στον Πούλιο, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και εκείνος φυσικά την υποβάλλει στον Εισαγγελέα Εφετών. Τν χρεώνεται και πάλι ο κ. Σακελλάκος. Σημειώστε ότι ο κ. Σακελλάκος είχε ήδη οριστεί από την αρχή και όταν η υπόθεση πήγε στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή, ως αρμόδιος Εισαγγελέας για τα θέματα των ομολόγων. Την χρεώνεται ο κ. Σακελλάκος, ο οποίος, βεβαίως, την παίρνει και την ξαναστέλνει πίσω με μία αρκετά μακρά παραγγελία. Θα έλεγα ότι έχει και μια έντονη χροιά της προσωπικότητός του, γιατί είναι από τους δυναμικούς Εισαγγελείς. Και του λέει: «Σας τη στέλνω πίσω, όχι μόνο για να συντάξετε πόρισμα σύμφωνα με το νόμο, αλλά και για να ενεργήσετε περαιτέρω, ώστε να θεραπεύσετε τις ακυρότητες».
Να, κύριε Βουλευτά, γιατί σας έλεγα προηγουμένως γι’ αυτά τα θέματα: «Να θεραπεύσετε τις ακυρότητες που έχουν γίνει». Τι είχε γίνει; Ανθρώπους τους οποίους είχαν καλέσει οι δύο αντιεισαγγελείς και τους είχαν εξετάσει ως υπόπτους και ήταν ήδη κατηγορούμενοι, ο κ. Ζορμπάς -εισαγγελικός λειτουργός, παρακαλώ- ή δεν τους είχε εξετάσει καθόλου ή τους είχε εξετάσει ως μάρτυρες, ενώ θα έπρεπε, εφόσον καλώς ή κακώς συνέχιζε -κακώς κατά την άποψή μας- αυτό, να τους καλέσει ως κατηγορουμένους, να τους θέσει υπ’ όψιν τα στοιχεία, όπως απαιτείται και από εκεί και πέρα, να έλεγαν αυτοί αυτά τα οποία ήθελαν να πουν.
Εάν αυτά διεβιβάζοντο στην ανάκριση, όπως είχαν, η ακυρότητα ήταν δεδομένη. Και ενδεχομένως σήμερα, ειρήσθω εν παρόδω, η έρευνα για το μεγάλο ομόλογο πληροφοριακά σας το λέγω -απλώς το έμαθα και εγώ- θα ήταν ήδη στους εισαγγελείς, αν δεν είχε μεσολαβήσει η Εξεταστική σας Επιτροπή και δεν τους είχαν καθυστερήσει τα αντίγραφα που είχαν να δίνουν. Μόλις γυρίσουν, θα κοινοποιηθούν όλα τα στοιχεία στους κατηγορουμένους, το πέρας της ανακρίσεως και θα φύγει. Στο τέλος βρίσκεται, επίσης, η έρευνα για το ΤΣΠΕΑΘ, όπου απομένουν οι απολογίες των κατηγορουμένων.
Οι ακυρότητες, λοιπόν, οι οποίες θα εγένοντο ήταν τρανταχτές. Ο κ. Ζορμπάς πάλι αρνείται και ο κ. Σακελλάκος, μη έχοντας άλλη διέξοδο…
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ: Εσείς που ξέρετε;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κωνσταντίνος Ρόβλιας): Μην διακόπτετε, κύριε συνάδελφε.
ΜΑΡΤΥΣ (Γεώργιος Σανιδάς): Αυτά…
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ: Είστε συνταξιούχος, αν δεν κάνω λάθος…
ΜΑΡΤΥΣ (Γεώργιος Σανιδάς): Αυτά έχουν γίνει τότε.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ: Είπατε πριν από λίγο ότι η έρευνα…
ΜΑΡΤΥΣ (Γεώργιος Σανιδάς): Ακούστε. Πληροφορήθηκα εξωδίκως…
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ: Πώς το πληροφορηθήκατε;
ΜΑΡΤΥΣ (Γεώργιος Σανιδάς): Ζήτησα πληροφορίες να δω πού βρίσκονται περίπου οι υποθέσεις. Και ξέρετε γιατί το ζήτησα; Διότι ήρθα εδώ για να υπεραμυνθώ και της δικαιοσύνης. Και σας παρακαλώ, δεν μπορεί εδώ να αφήνονται αιχμές και λέγεται ότι ο κύριος ανακριτής δεν έκανε τίποτα, έτσι;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ: Τρία χρόνια; Ο κ. Ζορμάς λέει τέσσερα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κωνσταντίνος Ρόβλιας): Κύριοι συνάδελφοι, μην διακόπτετε.
(το υπόλοιπο 2ο μέρος των πρακτικών της 24-8-2010 για τα ομόλογα μπορείτε να το διαβάσετε στο olympia.gr)

 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top