Μετά το «σταύρωσον αυτόν», το «ωσαννά». Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και Πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιος, έλαβε από τον πρόεδρο της χώρας κ. Μπαμίρ Τόπι τη Δευτέρα του Πάσχα το μέγιστο παράσημο της Δημοκρατίας της χώρας, αυτό του εθνικού ήρωα των Αλβανών, Γκιόργκι Σκεντέρμπεη.
Με το ίδιο μετάλλιο τιμήθηκαν και οι αρχηγοί των άλλων τριών θρησκευτικών κοινοτήτων της Αλβανίας, των μουσουλμάνων, καθολικών και Μεχτασίδων (πιο ήπια μουσουλμανική απόχρωση).
Οπως τόνισε στην ομιλία του στο παλιό παλάτι του βασιλιά Ζώγου, όπου οργανώνονται υψηλού επιπέδου εκδηλώσεις, ο κ. Τόπι, στο πρόσωπο των ηγετών η πολιτειακή ηγεσία «τιμάει την πρότυπη αρμονική συνεργασία των θρησκευτικών κοινοτήτων της χώρας».
Δεν υπερέβαλε ασφαλώς ο Αλβανός πρόεδρος, υπογραμμίζοντας την αρμονικότητα της συνύπαρξης των δογμάτων και την υποδειγματική για τη βαλκανική πραγματικότητα ανοχή της χώρας του στη θρησκευτική διαφορετικότητα.
Ομως οι διαδρομές που διήνυσαν οι ποιμενάρχες στη μετακομμουνιστική Αλβανία για να ανασυγκροτήσουν τις ξεθεμελιωμένες κοινότητές τους δεν ήταν το ίδιο ανηφορικές.
Για τους καθολικούς και μουσουλμάνους ορθωνόταν το εμπόδιο της αθεΐας, για τους ορθοδόξους και τον ιεράρχη τους υπήρχε και ο Γολγοθάς της ιστορικής καχυποψίας λόγω ελληνικής καταγωγής του ηγέτη.
Για τον αλβανικό εθνικισμό κάτω από το ράσο του ιεράρχη κρυβόταν ο άνθρωπος που με Δούρειο Ιππο τη θρησκεία θα εργαζόταν για τον εξελληνισμό της Αλβανίας. «Μαύρο συνταγματάρχη», αποκαλούσε τον κ. Αναστάσιο μερίδα του Τύπου σε στιγμές εθνικιστικού παροξυσμού, πιέζοντας την πολιτική τάξη να τον απομονώσει και με την πρώτη ευκαιρία να τον διώξει.
Αυτή δόθηκε τον Δεκέμβριο του 1994 όταν στο σχέδιο Συντάγματος που τέθηκε προς έγκριση σε δημοψήφισμα συμπεριλαμβανόταν διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι ηγέτες των θρησκευτικών δογμάτων έπρεπε να ήταν Αλβανοί υπήκοοι.
Δεδομένου ότι το αλβανικό κράτος δεν είχε χορηγήσει υπηκοότητα στον κ. Αναστάσιο -εξακολουθεί να την αρνείται και σήμερα- εάν υπερψηφιζόταν το σχέδιο Συντάγματος ήταν υποχρεωμένος την επομένη να εγκαταλείψει την Αρχιεπισκοπή και την Αλβανία.
Η αντίδραση των απλών ανθρώπων, ορθοδόξων και μη, υπήρξε καταλυτική, και το αποτέλεσμα ξάφνιασε τους εμπνευστές της μεθόδευσης. Το θέμα του Αρχιεπισκόπου εξελίχθηκε σε ζήτημα αιχμής και τελικά το δημοψήφισμα απορρίφθηκε, επιτρέποντας στον κ. Αναστάσιο την παραμονή και συνέχιση της τιτάνιας προσπάθειας για τη νεκρανάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Με την πάροδο του χρόνου και καθώς το πνευματικό και ανθρωπιστικό έργο αγκαλιαζόταν από πιστούς και μη σε κάθε γωνιά της χώρας ο κ. Αναστάσιος εξελίχθηκε σε θεσμικό παράγοντα της Αλβανίας και άτυπο πρεσβευτή της διεθνώς, όπου κινείται άνετα και δραστήρια μέσα από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.
Παρά τις αντίξοες, ακόμη και σήμερα, συνθήκες ο κ. Αναστάσιος, έχει επιτελέσει αξιοθαύμαστο θρησκευτικό και κοινωνικό έργο.
Ενδεικτικά σημειώνεται ότι από το 1992 που ενθρονίστηκε Αρχιεπίσκοπος έως τώρα έχουν ανεγερθεί εκ θεμελίων εκατόν πενήντα ορθόδοξοι ναοί, άλλοι εκατόν εξήντα που είχαν μετατραπεί από το καθεστώς σε μουσεία, πολιτιστικά κέντρα ακόμη και στάβλοι, αναστηλώθηκαν, επισκευάστηκαν δεκάδες άλλες εκκλησίες και μοναστήρια, λειτούργησαν κέντρα υγείας, ορφανοτροφεία, κ.λπ.
(του Σταύρου Tζίμα στην Καθημερινή)



 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top