Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γκρικάω, βγαίνει από μέσα μου μια προσταγή: Γκρεμίστε!

Γιατί οι Πατέρες τα ‘χτισαν και οι Μητέρες ΜΑΣ έχτισαν. Ροή γενιάς από το χώμα. Από τη Γη, το περιβόλι, την πόλη που έφερε πολιτισμό. Ναι, το πονέσαμε γιατί το κληρονομήσαμε. Όμως η διαθήκη είχε μια σαφή εντολή. Όταν έρθει η ώρα για τη μάχη…:

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
Ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.

Γι’ αυτή την καινούρια Γέννα πρέπει να παλέψουμε, όπως κάποιοι πάλεψαν για τη δικιά μας γέννα. Γέννα όμως σημαίνει Έθνος. Ένα καινούριο Έθνος χρειαζόμαστε. Γι’ αυτό υπάρχουμε άλλωστε. Ένα κοινό Μέτωπο για την Πατρίδα, μακρύά από το “κράτος”και τις εξουσιαστικές δομές που δολοφονούν το Γένος.

Η εξουσιαστική δομή του ελέγχου των μαζών που ονομάζεται ολιστικά “σύστημα”. Ένα μέρος του αρκετά σημαντικό, η ψευδεπίγραφη αντισυστημική δράση που ωθεί σε σκληρότερη εφαρμογή των εξουσιαστικών μηχανισμών.
Η ψεύτικη αντίδραση, πλήρως ελεγχόμενη με ένα και μόνο σκοπό: Να εγκλωβίσει τα ελεύθερα πνεύματα στην “ασφάλεια” του εσφαλμένου εξουσιαστικού status ως αντίδραση στις ακόμη πιό ανελεύθερες μεθοδεύσεις. Εδώ είναι και το κλειδί της πραγματικής δημιουργικής δράσης. Η ενέργεια του Ελεύθερου πολίτη δεν διοχετεύεται στην αποτροπή των πνευματικά εξαθλιωμένων φασιστικών μειονοτήτων που συντηρούνται από το Κράτος. Δε μπορούμε να ευαγγελιζόμαστε την ευδαιμονία ως το μη χείρον βέλτιστον. Το κεφαλάκι της Λερναίας Ύδρας που τρέφεται από το ίδιο το τέρας, είναι η απόληξη και όχι η απειλή. Εάν το “τέρας” εκλείψει, αυτόματα και τα πλοκάμια του θα απενεργοποιηθούν. Μην αφήσουμε τη Σοφία να θαφτεί από την πρόσκαιρη οργή. Ναι, απαιτείται Έγερση. Έγερση ενάντια στο ψεύδος. Ενάντια στη λήθη, ενάντια στην ίδια μας την καθημερινότητα που εγκλωβίζεται σε τηλεοπτικές οθόνες με παρανοϊκό περιεχόμενο. Γκρέμισμα του συστήματος αξιών που αντικατέστησε τις πραγματικές Αξίες. Το ίδιο το νόημα της ύπαρξης. Την Αλληλεγγύη, την αρμονία με τον άνθρωπο και τη Φύση.

Όχι το “δικαίωμα”. Παντού προβάλλονται τα “δίκαια” των αδίκων. Το Δικαίωμα της έκφρασης, το δικαίωμα της Δουλείας, το Δικαίωμα της ολιγαρχικής ανομίας απέναντι σε μία σιωπηλή και φοβισμένη πλειοψηφία. Το ύπατο Δικαίωμα είναι του Κατά Φύσιν Ζειν και αυτό δεν το ακούμε πουθενά. Αυτό πρέπει να διεκδικήσουμε, γκρεμίζοντας το Δίκιο των Αδίκων.
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο
χτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ’ απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.

Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε,
λύκοι, κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.

Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.
Είμ’ ένα ανήμπορο παιδι που σκλαβωμένο το ‘χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει

Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι όταν κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν’ ανοίξω,
και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροντήξω;

Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γκρικάω, βγαίνει από μέσα μου μια προσταγή: Γκρεμίστε!

« Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.
Κι αν αγαπάς τ’ ανθρωπινά κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής. Κι αν είναι
κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
Ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει,
κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είν’ απάνου απ’ όλα. »


 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top