(από ourgreektv)
« Ο δόκτωρ Σέπαρντ, παρακαλώ; Εδώ Πάρκερ, ο μπάτλερ του Φέρνλυ. Μπορείτε να έρθετε αμέσως; Δολοφόνησαν τον κύριο Άκροϋντ…»
Καλοκαίρι, θάλασσα, ήλιος, παραλία… Μια πολυθρόνα αναπαυτική στην αμμουδιά, μια τσάντα με εφημερίδες, περιοδικά, πετσέτες και αντηλιακό , το μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι στο ένα χέρι, η φραπεδιά στο άλλο… Ατμόσφαιρα ειδυλλιακή… Τεντώνει χέρια και πόδια ο μεσήλικας κύριος απολαμβάνοντας τη φρεσκάδα της θαλάσσιας αύρας… Το παρουσιαστικό του; Σκέτος «Σουρής»! «Μπόι δυο πήχες, όψη κακή, μαλλιά και τρίχες εδώ κι εκεί!»
Λάδι η θάλασσα, κάτασπροι γλάροι πετούν στον ουρανό, γοργόνες και μάγκες σουλατσάρουν στην αμμουδιά…
«Ψυχή μου, τι λιακάδα, τι ουρανός, τι φύσις…» αρχίζει να απαγγέλλει ο «σύγχρονος ρωμιός», όταν ένα κίτρινο μπαλάκι έρχεται εξ ουρανού και προσγειώνεται στο κεφάλι του!
-Αμάν, δολοφονία! Βοήθεια!
-Μας συγχωρείτε, κύριε! Παίζαμε ρακέτες και από απροσεξία το μπαλάκι μας ξέφυγε…
-Κι εδώ ήρθατε να παίξετε; Με τόσο κόσμο; Άντε να χαθείτε, δολοφόνοι της ησυχίας μας!
Μωρέ, τι ‘ναι τούτοι; Σκότωμα θέλουν, σκότωμα! Κι αυτή η γυναίκα μου που είναι; Ακόμα με τα παιδιά ασχολείται; Αφού της είπα να μην καθυστερήσει, να έρθει να μου βάλει αντηλιακό, προτού γίνω τηγανίτα!
«Δεν πρέπει να πειραχτεί τίποτε, εξήγησα. Η αστυνομία πρέπει να βρει το σώμα στη θέση που βρέθηκε…»
Γκλου! (Γουλιά από τη φραπεδιά).
-Αυτός είναι καφές! Όχι οι άλλοι που πίνουν οι ξενέρωτοι για να παραστήσουν τους Ευρωπαίους! Εσπρέσο, καπουτσίνο και πράσινα άλογα! Φραπεδιά και πάλι φραπεδιά! Κι αυτή η Αγκάθα, πάλι, άλλη δουλειά δεν είχε από το να σκαρφίζεται φόνους; Μωρέ, ας μην ήταν προσφορά με την εφημερίδα και θα σου έλεγα εγώ αν το αγόραζα… Αφού, όμως, το πήρα προσφορά, ας το διαβάσω, να …σκοτώσω την ώρα μου, για να ξεχάσω και την κρίση και τη γρίπη και τον Κωστάκη και το Γιωργάκη κι όλους όσους μας δολοφονούν καθημερινά! Νισάφι πια! Γκλου! Γκλου! (Δυο γουλιές φραπέ! )
«…Όλα δείχνουν ότι ο δολοφόνος κατόρθωσε να ξεφύγει…προς το παρόν τουλάχιστον. Τώρα, να μου τα διηγηθείτε όλα με λεπτομέρειες. Ποιος βρήκε το πτώμα;…»
-Ε, καλά, τώρα, φως φανάρι! Μου ξεφεύγουν εμένα κάτι τέτοια; Ο δολοφόνος είναι ο…
«Μπορείς απόψε να βγεις μ’ όλες τις τσούλες της γης…» Το μεγάφωνο του παραλιακού καταστήματος ουρλιάζει στη διαπασών!
-Δεν είναι δυνατόν! Κι άλλος δολοφόνος! Της μουσικής και της ησυχίας μας! Κλείσ’ το, ρε φίλε, τι σου φταίξαμε και μας σκοτώνεις; Τουλάχιστον χαμήλωσε την ένταση! Δεν είναι κατάσταση αυτή! Γκλου, γκλου, γκλου… Εκνευρισμός…
«…Να ο δρόμος που ακολούθησε ο δολοφόνος φεύγοντας και μπαίνοντας, φώναξε θριαμβευτικά ο επιθεωρητής. Δείτε κι εσείς!...»
Πιο ήσυχα τώρα… Μπορείς να ακούσεις το κύμα, να μυρίσεις το ιώδιο της θάλασσας, να χαϊδέψεις την άμμο την ξανθή… Τι είναι αυτό; Απομακρύνοντας το βλέμμα από το βιβλίο ανακαλύπτει μέσα στο χέρι του γόπες από τσιγάρα ! Αηδιάζει…
-Αυτοί οι καπνιστές δεν έχουν το Θεό τους! Δεν φτάνει που σκοτώνουν την υγείας τη δική τους και
όσων έχουν την ατυχία να είναι δίπλα τους, τώρα βάλθηκαν να δολοφονήσουν και τη φύση γεμίζοντας τις παραλίες με τα αποτσίγαρά τους! Πού είναι η Πολιτεία να τους συνετίσει, να τους επιβάλει πρόστιμα, να δεις μετά, θα ξαναπετάξουν γόπες; Αχ, μωρέ, σκότωμα θέλουν όλοι τους! Όλοι τους! Κι αυτοί που αδιαφορούν για τους γύρω τους κι η Πολιτεία που τους ανέχεται και εμείς που ανεχόμαστε όλους αυτούς που μας κυβερνούν… Γκλου, γκλου…
«…Ο Πουαρό άκουγε με προσοχή. Με διέκοπτε πότε πότε για να μου κάνει καμιά ερώτηση, μα την περισσότερη ώρα έμενε αμίλητος με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι…»
-Ε, καλά, πρέπει να είσαι ο Πουαρό για να καταλάβεις το δολοφόνο; Είπαμε, φως φανάρι, δολοφόνος είναι…
-Μήτσο, πιάσε δυο μπίρες πράσινες, παγωμένες, έτσι; Κι όπως έρχεσαι φέρε και πέντε- έξι σουβλάκια! Η θάλασσα μου άνοιξε την όρεξη!
-Σιγά, ρε φίλε, μας ξεκούφανες! Πάνω από το κεφάλι μου βρήκες να φωνάξεις; Έλα, Χριστέ και Παναγιά! Τι συμπεριφορά, τι θράσος που έχουν μερικοί! Βάζουν τις φωνές κι όποιον πάρει ο χάρος! Γίνεσαι φονιάς ή δεν γίνεσαι; Γκλου, γκλού… Μπα: Τέλειωσε η φραπεδιά! Εδώ που τα λέμε, τόση ώρα διάβασμα και ηλιοθεραπεία νιώθω την κοιλιά μου να διαμαρτύρεται…

Κι αυτή η γυναίκα μου, ακόμα να ξεμπερδέψει με τα κουτσούβελα; Προλαβαίνω, μέχρι να έρθει να πάω κι εγώ για μια μπιρίτσα και ένα δυο σουβλάκια, έτσι για να ξεγελάσω την πείνα…
Αφήνει την τσάντα και το βιβλίο στην πολυθρόνα και μένει για λίγο σκεφτικός με το άδειο κυπελλάκι του φραπέ στο χέρι…
-Και τώρα, που το πάνε αυτό; Μα, στην άλλη άκρη της παραλίας βρήκες, κύριε δήμαρχε, να βάλεις τον κάδο; Βάλε κι άλλους 5-6 διάσπαρτους στην παραλία, να μην καίμε τα πόδια μας πάνω στην άμμο την καυτή… Τι, δηλαδή, θα σου κάνουμε τους καθαριστές του δήμου; Ε. μωρέ και να ‘ξερα ποιοι σας εκλέγουν! Σκότωμα θέλουν που βγάζουν τέτοιους αιρετούς άρχοντες! Άρχοντες! Τέλος πάντων! Φωνάζει «αγανακτισμένος» και φεύγει για τη μπίρα του πετώντας το κυπελλάκι του φραπέ στην άμμο! Όχι, θα κάτσει να σκάσει!
Αχ, μωρέ, σκότωμα θέλουμε όλοι, σκότωμα!
Π. ΑΡ. ΘΙΝΑΛΟΣ
 
ONLINE-PRESS © 2013. All Rights Reserved. Powered by Blogger
Top